Ο χαμένος Παράδεισος

Του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

 

            Την Κυριακή πριν το ξεκίνημα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, Κυριακή που η Εκκλησία μας ονομάζει της Τυρινής, θυμόμαστε ένα γεγονός, που για τους περισσότερους, και ιδίως για τους μορφωμένους, φαντάζει σχεδόν μυθικό, την απώλεια του Παραδείσου. Στην εποχή που η επιστημονική πρόοδος και ο πρακτικός υλισμός έχουν αλλοτριώσει κάθε επαφή μας με την αλληγορία και την θρησκευτική ερμηνεία του κόσμου, τέτοιες ιστορίες μοιάζουν αφορμές απλοϊκότητας και οι περισσότεροι τις προσπερνούν είτε με αδιαφορία είτε με καγχασμό. Προτιμούν το γλέντι και το πανηγύρι του κάθε λογής καρνάβαλου, προτιμούν το μεγάλο ψέμα της μασκαράτας και την ψευδαίσθηση της διασκέδασης, από τον προβληματισμό για το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής μας.

            Όμως ο Παράδεισος δεν παύει να επιβιώνει μέσα στην ψυχή μας. Του δίνουμε βέβαια διαφορετικά νοήματα. Για άλλους είναι η ευτυχία, για άλλους είναι το χρήμα, για άλλους είναι η απόλαυση, για άλλους είναι η επαγγελματική επιτυχία, για άλλους είναι η νίκη της ομάδας, για άλλους είναι ένας πετυχημένος γάμος, για άλλους είναι ένα όμορφο τραγούδι, για άλλους ένα καλό βιβλίο, για άλλους δυστυχώς τα ναρκωτικά, η βία και ο χουλιγκανισμός, όλοι πάντως, είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση, αναζητούμε το εισιτήριο που θα μας οδηγήσει στη λεωφόρο του Παραδείσου.

            Ελάχιστοι όμως προσανατολίζουν την αναζήτηση του Παραδείσου στο βαθύτερο της ύπαρξης. Ελάχιστοι ψάχνουν να βρουν ποιο είναι το αληθινό νόημα της ζωής μας, γιατί τελικά ζούμε, και ποιος μπορεί να είναι ο Παράδεισός μας. Δεν είναι βέβαια εύκολο να γίνουμε όλοι φιλόσοφοι, ωστόσο μάλλον είναι καιρός να παύσουμε να αντιμετωπίζουμε τη ζωή μας τόσο επιπόλαια. Ας είναι η εποχή μας εναντίον της σκέψης, εναντίον του προβληματισμού. «Φτάνει πια η έγνοια, η κούραση, ας χαλαρώσουμε κι ας εκτονωθούμε», είναι η φωνή της κοινωνίας μας, μια φωνή που αποτυπώνεται στον τρόπο που η τηλεόραση αντιμετωπίζει τη ζωή, στον τρόπο που το θέατρο, η μουσική, ο κινηματογράφος απευθύνονται στο μέσο όρο.

«΄Οπου ανθεί ο μέσος όρος παύω να υπάρχω», μας λέει ο μεγάλος μας ποιητής, ο Ελύτης. Και συνεχίζει. «Μου είναι αδύνατον να ευδοκιμήσω μέσα στη μάζα της εκάστοτε πλειοψηφίας. Οι ωραίες μειοψηφίες είναι το κάτι άλλο». Έτσι και η Εκκλησία μας, μας προτρέπει να αναζητήσουμε τον Παράδεισο όχι στην πλειοψηφία της αδιαφορίας, όχι στον τρόπο που μας περνά ο συρμός της ευκολίας, όχι στην απολυτοποιημένη και θεοποιημένη διασκέδαση, που μόνο πρόσκαιρη εκτόνωση μπορεί να φέρει, αλλά στη γνήσια κοινωνία με το Θεό και τους συνανθρώπους μας. Γνήσια κοινωνία που προϋποθέτει μερικά απλά στοιχεία, στοιχεία που οδηγούν στον αληθινό Παράδεισο.

Η Μεγάλη Σαρακοστή που ξεκινά μας ανοίγει έναν δρόμο, τον δρόμο της αγάπης, της προσευχής, της ταπείνωσης, της γνησιότητας, του αγώνα εναντίον των παθών μας. Μας καλεί η Εκκλησία μας να νηστέψουμε για να ξεφύγουμε από την κόλαση της ρουτίνας, την κόλαση των ψυχοναρκωτικών, της αλόγιστης υπερηφάνειας, της κατάκρισης σε βάρος του Άλλου, της καθημερινής πλήξης, την κόλαση της κακίας και των παθών που ταλανίζουν την κοινωνία, αλλά και τον κόσμο μας.

Η Μεγάλη Σαρακοστή είναι η πορεία προς τον γνήσιο Παράδεισο, τον παράδεισο της αγάπης και της αιωνιότητας. Το μήνυμα του Ευαγγελίου παραμένει πάντοτε επίκαιρο σ’  έναν κόσμο που χόρτασε «πολιτισμό», υποκρισία, ψέμα. Απομένει η γνησιότητα της αληθινής κοινωνίας και της στοργικής ματιάς του Θεού που αναζητά τον καθέναν από μας, απευθυνόμενος με την γλυκύτατη φωνή: «Πού ει;». Το πού βρίσκεται ο καθένας από μας και τι είδους Παράδεισο ψάχνει θα κρίνει και την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα-πρόκληση και γι’ αυτή τη Μεγάλη Σαρακοστή


Πηγή: http://www.imcorfu.gr
Site Created by Pixel Orange