Σάββατο, 14 Απρίλιος 2012 07:47

Φως

«Άντε βρε κορίτσι μου να βγεις καμιά βόλτα! Αράχνιασες εδώ μέσα όλη την ώρα!»
Αυτή ήταν η μόνιμη γκρίνια στο σπίτι τον τελευταίο καιρό.
Η Αντριάνα δίχως να απαντήσει κουλουριαζόταν πιο πολύ πάνω στο κρεβάτι της, τακτοποιούσε τα ακουστικά στα αυτιά της και χανόταν στο σκοτάδι. Το δωμάτιο κάποτε είχε παράθυρα. Τώρα οι γέφυρες για να περάσει το φως έχουν γκρεμιστεί. Στη θέση τους θυμωμένα παντζούρια υπερασπίζουν την απομόνωση.
«Τι έχεις παιδάκι μου; Γιατί δε μας μιλάς;» παρακαλούσε η μάνα.
Ο πληθυντικός ήταν απο συνήθεια. Η αλήθεια είναι ότι στο σπίτι κυριαρχούσε ο ενικός.
Εδώ και λίγα χρόνια. Ένας γονιός κοντά. Ο άλλος μακριά.
«Τι σου λείπει που δεν το έχεις;» αναζητούσε δρόμο να περάσει η μάνα.
Η σιωπή όμως την έδιωχνε από το δωμάτιο.
Η Αντριάνα ακόμα και στο σχολείο κουβαλούσε τη σιωπή της. Πιο βαριά από την τσάντα με τα δεκατέσσερα βιβλία και τα πέντε τετράδια.
Οι φίλοι βαρέθηκαν. Οι δάσκαλοι παραιτήθηκαν. Οι ψυχολόγοι έμειναν πολύ μακριά από την καρδιά της.
Η Μεγάλη Εβδομάδα δεν ήταν διαφορετική από την προηγούμενη. Απλά είχε όνομα.
Για την Αντριάνα η ζωή της τέλειωνε στον Επιτάφιο.
Μέχρι που το Μεγάλο Σάββατο ξαφνικά άνοιξε το παράθυρο του δωματίου της.
Στο κάδρο του φάνηκε ο πατέρας.
Έπεσε στην αγκαλιά του και αναστήθηκε το Φως της.

Πηγή

Δείτε ακόμα στην κατηγορία: « Ο παππούς Χριστός Ανέστη »
Site Created by Pixel Orange