Home Για δες... Ο Θεός του Ανέστη
Παρασκευή, 29 Μάρτιος 2013 08:58

Ο Θεός του Ανέστη

Από τότε που αρρώστησε ο πατέρας του, ο Ανέστης δεν είναι πια ο ίδιος άνθρωπος. Έχουν έρθει τα πάνω κάτω στη ζωή του και δεν ήταν προετοιμασμένος γι αυτό. Τόσο καιρό είχε συνηθίσει εκεί στα πάνω και δεν ασχολιόταν με τα κάτω. Όχι πως τα σνομπάριζε, αλλά δεν είχε καιρό. Από την ώρα που το ξυπνητήρι σαν ένα μαγικό χέρι έσβηνε τα όνειρα, σαν από ένα θολο τζάμι τον ατμό, μέχρι την ώρα που το παράθυρο αυτό έκλεινε πάλι για να ζεσταθεί το μέσα του από τα όνειρα, η ζωή του ήταν ένας αγώνας δρόμου. Ετρεχε… έτρεχε… σα να ήθελε να συναγωνιστεί τον χρόνο. Τι γύρευε τώρα να προλάβει; Μια φορά τον ρώτησε η Άννα. Εκείνος κοντοστάθηκε. Σα να μπέρδεψε τον βηματισμό του. Σα να χόρευε κάποιο χορό και έχασε τα βήματα. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Στιγμές σιωπής ρυτίδωσαν το πρόσωπό του. Εκείνος τις πέρασε για ιδρώτα και έβγαλε χαρτομάντιλο να σκουπιστεί. Βαθιά στα μάτια της ήταν τα δικά του. Δεν τα βρήκε όμως. Θολός ο καθρέφτης. Κάτι πήγε να πει… όμως χαμογέλασε αμήχανα και ξανάπιασε το τρέξιμο για το επόμενο ραντεβού του.

Ο πατέρας του είναι το στήριγμά του. Την μητέρα του την έχασε νωρίς.

«Τι σημαίνει χάσαμε την μάνα;» είχε ρωτήσει τον πατέρα του μέσα στην αφέλεια την εφηβική.

«Την χάσαμε εμείς για να την βρει ο Θεός» του είχε απαντήσει όλο νόημα ο πατέρας του.

Τον πατέρα του τον θαύμαζε από παλιά. Είχε έναν τρόπο να βλέπει τα πράματα συναρπαστικά. Τον προσγείωνε στην πραγματικότητα κάθε φορά που άνοιγε τα φτερά του σαν τον Ίκαρο. Εκείνος τον άφηνε να βουτάει στο γαλάζιο τ' ουρανού και ύστερα με φόρα να σκάει πάνω στις τούφες από βαμβάκι. Κι όταν κουραζόταν από το παιχνίδισμα του νου, τον περιμάζευε κοντά του και του άνοιγε σιγά σιγά, όχι απότομα, τις γρίλιες για να δει τον ουρανό και από άλλες μεριές. Σαν παραμύθι ήταν τότε οι στιγμές. Τον πατέρα του τον αγάπησε πολύ. Μόνο που δεν το ομολογούσε. Με την μάνα δεν ήταν το ίδιο. Άλλο η μάνα. Πάντοτε άλλο η μάνα. Εκεί ήταν όλα τόσο αυτονόητα. Οι αγκαλιές ήταν σαν την αναπνοή. Δε ρωτάς γιατί αναπνέεις. Απλά αγκαλιάζεις. Δίχως αναστολές. Με τον πατέρα ήταν αλλιώς. Ποιος τα ορίζει όλα τούτα;

Όταν βρήκε ο Θεός τη μάνα, ο Ανέστης ανασκουμπώθηκε να κρύψει τον πατέρα του από τα μάτια του Θεού. Μην τον βρει κι αυτόν.

«Έχει τόσους μπαμπάδες εκεί μαζί του» σκέφτηκε. «Καλά θα κάνει ν' αφήσει ήσυχο τον δικό μου».

Από κείνη τη μέρα ο Ανέστης είχε γίνει του πατέρα του ο φύλακας άγγελος. Του είχε πάρει δυο τρία κινητά. Ήθελε να ξέρει την κάθε του κίνηση. Στον πρώτο βήχα έτρεχε στον καλύτερο γιατρό, έτρεχε για τις εξετάσεις, έτρεχε, όλο έτρεχε. Μα πώς να παίξεις εκεί που δεν μπορείς να παίξεις. Πώς να τρέξεις να προλάβεις αυτόν που έχει ήδη φτάσει πριν από σένα προτού καν ξεκινήσει ο αγώνας; Ο χρόνος. Ο παντοκράτορας.

«Παντοκράτορας Ανέστη μου είναι μονάχα ο Θεός» τον είχε μαλώσει γλυκά ο πατέρας του. Ο χρόνος σαν υπήκοο σκυλάκι κουλουριάζεται στα πόδια του Θεού. Μονάχα εμείς τον λογαριάζουμε παντοδύναμο και άλλα τέτοια. Και να ξέρεις Ανέστη μου όσο πιο πολύ τον φοβάσαι, τόσο εκείνος χαίρεται και σου χαρακώνει το πρόσωπο. Ρυτίδες λέει… Τις άλλες ρυτίδες να σκέφτεσαι… αυτές που έχει το μέσα σου, κατάλαβες; Εκεί που η χάρη του Θεού δεν φτάνει να τις θεραπέψει.

Πάντα μ' έναν καλό λόγο για το Θεό ο κυρ Σπύρος. Τον σέβονταν πολύ. Μα δεν ήταν από κείνους που το είχαν ως πραμάτεια και το γυροφέρνουν εδώ κι εκεί. Ιδίως όταν έχεις για αδελφό τον Βλάση με το όνομα.

Ο θείος Βλάσσης δεν είναι από τους εύκολους ανθρώπους. Συνταξιούχος γυμνασιάρχης τώρα πια δίχως όμως ούτε στιγμή να πάψει να φυλλογυρίζει ό,τι βρεθεί στο χέρι του και ό,τι του φέρει ο ανιψιός του, ο Βλασσάκος. Τον φωνάζει έτσι μόνο εκείνος. Ο Ανέστης δεν τον παρεξηγεί τον θείο. Στην πραγματικότητα τον γοητεύει κάθε φορά που τον αναζητά ο θείος να μιλήσουν για ζητήματα μεταφυσικά, φιλοσοφικά. Ο Ανέστης με τον θείο έχει άλλη σχέση. Διαφορετική από τον πατέρα του. Εκεί ξεδιπλώνει κάθε γωνιά του μυαλού του και σαν ένας τέλειος μάστορας της διανόησης ξηλώνει και ράβει του Σύμπαντος τον νου.

«Μακάρι ο Θεός να κάνει γρήγορα καλά τον πατέρα μου» τόλμησε να αναστενάξει μια φορά μπροστά στο θείο και ήταν σα να άναψαν αμέσως όλα τα αστέρια του ουρανού εκείνο το συννεφιασμένο απόγευμα του Φλεβάρη.

«Δεν σου έχω πει να μην παριστάνεις τον ανόητο μπροστά μου;» τον μάλωσε.

Δαγκώθηκε ο Ανέστης. Πώς την πάτησε έτσι; Μαζεύτηκε αλλά ήταν αργά. Είχε υψώσει στον θείο κι εκείνος ετοιμαζόταν να καρφώσει στο γήπεδο του Ανέστη για άλλη μια φορά. Έτσι του άρεσε μάλιστα να παρομοιάζει την συζήτηση, σαν έναν αγώνα βόλεϊ. Όπου τα επιχειρήματα μοιάζουν με τις πάσες ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.

«Τι δουλειά έχει ο Θεός με την αρρώστια του πατέρα σου, μπορείς να μου πεις; Νομίζεις πως δεν έχει άλλες δουλειές να κάνει; Νομίζεις ότι θα ασχολείται με το αν έβηξε ο πατέρας σου, νομίζεις ότι κάθεται και μετράει τα λευκά αιμοσφαίρια ένα ένα; Ε; Θαρρείς ότι ο πατέρας σου είναι το νούμερο ένα στη σκέψη του Θεού; Ανέστη σύνελθε. Αυτά τα λένε και τα σκέφτονται μόνο οι εγωιστές! Σα να λέμε απ' όλους τους άρρωστους πατεράδες στο κόσμο, ο Θεός να κάνει καλά τον δικό σου μόνο έτσι;»

«Όχι δεν σκέφτηκα…» είπε ο Ανέστης όμως η φράση έμεινε αδιάφορα μισή επειδή ο θείος έριχνε κατά ριπάς όπως λένε, μη δίνοντας την ευκαιρία για αντεπίθεση ούτε για άμυνα.

«Κατάλαβες τώρα μικρέ μου ότι δεν στέκει ο παντοδύναμος και πολυεύσπλαχνος και όλα τα κοσμητικά του κόσμου που στολίζουν τις ελπίδες τους οι ακαμάτηδες και φοβισμένοι ανθρωπάκοι; Όσο πιο ανόητος είσαι, τόσο πιο εγωιστής γίνεται, να το ξέρεις. Άσε που αυτός ο Θεός που έχουν οι τέτοιοι ανθρωπάκοι από κάτι τέτοια τρέφεται…»

Ο Ανέστης σκεφτόταν μόνο τον πατέρα του. Τούτη την ώρα δίχως να το σκεφτεί, να το προγραμματίσει, τα νοητικά τερτίπια γίνονταν προσευχές μέσα στη ψυχή του. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο, παρά να παρακαλέσει τον Θεό για τον πατέρα του. Εγωιστής; Όχι βέβαια, δεν θα του το επέτρεπε ο πατέρας του. Αν μπορούσε τώρα να του μιλήσει θα του έλεγε να μη ζητά να γίνει το δικό του θέλημα, αλλά να παρακαλεί τον Θεό να γίνει εκείνου το θέλημα. Ό,τι θέλει ο Θεός, ό,τι κρίνει εκείνος ότι είναι το καλύτερο. «Πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» έτσι θα του έλεγε.

Ο Ανέστης μετρούσε τα λεπτά, τις ώρες, ένα προς ένα, μία προς μία. Τα πρώτα δύο 24ωρα είναι κρίσιμα, του είπαν οι γιατροί. Κάθε στιγμή που περνάει είναι κρίσιμη, τι εννοείτε αγαπητοί γιατροί…

Εγκεφαλικό λέει ο ένας, καρδιά ο άλλος… το θέμα είναι ότι ο πατέρας του Ανέστη μ' αυτά και με κείνα του σύστησε τον Θεό. Τον πήρε από το χέρι και του λέει, παιδί μου από δω ο Θεός μου. Κάνε όπως καταλαβαίνεις. Ο Ανέστης δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Έμοιαζε με ένα χάρτινο αεροπλανάκι που παλεύει με τα κύματα του αγέρα. Την ώρα που λες πως θα τσακιστεί δίνει μια και πετιέται από το παράθυρο για να συνεχίσει το πέταγμά του. «Μοιραία όμως κάποια στιγμή θα τσακιστεί» θα του έλεγε ο θείος και θα χαμογελούσε με νόημα. «Όπως όλα. Όπως οι σκέψεις, οι ελπίδες, η ζωή.»

«Και τι θα μείνει στο τέλος θείε;»

«Οι ατέλειωτοι άνθρωποι που πετάνε χάρτινα αεροπλανάκια, χαρταετούς, διαστημόπλοια, με την παιδική φαντασίωση πως θα πετάνε στην αιωνιότητα. Μα ο Θεός μας θέλει καρφωμένους στο χώμα, κατάλαβες; Μας δίνει λίγο ουρανό κι ύστερα μ' έναν γδούπο μας καρφώνει στο χώμα. Αυτός είναι ο Θεός του πατέρα σου…»

Ο Θεός του πατέρα μου; Μα εγώ νόμιζα πως είναι ένας Θεός για όλους! Ανατέλλει λέει τον ήλιο του για όλους το ίδιο… Κάπως έτσι του το είχε πει… εκείνος που τώρα είναι στα χέρια αυτού που τόσο πολύ αγάπησε στη ζωή του.

«Αυτός είναι ο Θεός του πατέρα σου!» Άλλη μια σφυριά μέσα στο κεφάλι του.

«Είναι;» άκουσε σαν ψίθυρο βαθιά μέσα από την καρδιά του, από το μυαλό του; Δεν ήταν σίγουρος.

«Τι πάει να πει είναι;» αντέταξε σ' αυτή τη φωνή.

«Είναι ο Θεός;»

Στο άκουσμα αυτής της ερώτησης ένιωσε ρίγος να σκαρφαλώνει στην σπονδυλική του στήλη. Σαν το πανάρχαιο φίδι στις παρυφές του παραδείσου να μεταφέρει την παγωνιά του θανάτου σ' όλον τον κόσμο. Αυτός ο πειρασμός που ανακατώνει την λάσπη από τον πυθμένα της ηρεμίας και θολώνει τη σκέψη. Ο Ανέστης δεν βλέπει πια καθαρά. Το μυαλό του δεν είναι ικανό να διαχειριστεί τούτη την επίθεση. Όλα του τα επιχειρήματα επιστρέφουν τραυματισμένα και μισοπεθαμένα στον ίδιο. Φόβος κυριεύει τις γωνιές της ύπαρξής του. Φόβος. Αγωνία. «Είναι λοιπόν ο Θεός;»

«Εσύ είσαι σίγουρος ότι είσαι;» εμφανίστηκε άλλη μια φωνή. Δεν μπόρεσε να διακρίνει αν είναι σύμμαχος η εχθρός.

«Δηλαδή;» διερεύνησε το τοπίο…

«Δεν είναι της ώρας» έβαλε γρήγορα τελεία επειδή χτύπησε το κινητό του. Στην οθόνη ήταν ο αριθμός του νοσοκομείου.

«Πρέπει να έρθετε από εδώ» ακούστηκε ανάμεσα στις άλλες αδιάφορες λέξεις.

Ο Ανέστης σ' όλο το δρόμο έστελνε προσευχές ικεσίας σ' έναν Θεό που τον είχε μπερδέψει τόσο πολύ. Ήθελε τόσο πολύ να τον αγαπήσει μα λες και ένα αγκάθι τρυπούσε την διάθεση του αφήνοντας στάλες αίμα να κοκκινίσουν την λαχτάρα του. Με τις φωνές στο κεφάλι του να έχουν σηκώσει σωστή επανάσταση έφτασε στο νοσοκομείο. Δεν είχε υπομονή να περιμένει το ασανσέρ. Με τρεις δρασκελιές έφτασε μέχρι το 213. Άνοιξε την πόρτα.

Δυο νοσοκόμες είχαν καλύψει και το κεφάλι το σώμα του αρρώστου. Βιαστικά τακτοποιούσαν το δωμάτιο αλλάζοντας τα σεντόνια, ανοίγοντας παράθυρα..

«Όχι Θεέ μου, όχι!» ψιθύρισε.

«Κύριε Ανέστη» τον πλησίασε μια νοσοκόμα. «Μεταφέραμε τον πατέρα σας στον απέναντι θάλαμο, στο 223. Πηγαίνετε να τον δείτε. Σας περιμένει».

Ένα κρυφό χαμόγελο σαν ευχαριστία έφυγε από την καρδιά του. Κανείς δεν το είδε. Κανείς δεν έμαθε γι αυτό. Ο Θεός του πατέρα. Ο πατέρας Θεός.

Πηγή

Δείτε ακόμα στην κατηγορία: « «Καλό χρόνο νά ’χεις» Γενέθλια »
Site Created by Pixel Orange