Home Για δες...
Για δες...

Σχετικά με τη στήλη "Για δες..."


Μόλις φτάσατε σε μια διαφορετική στήλη της ιστοσελίδας. Μια στήλη που προτρέπει το νου και την καρδιά σε εγρήγορση. Που προκαλεί συναισθήματα. Που εναλλάσσει καθημερινά σχεδόν την εστίαση μας σε διάφορες πτυχές της καθημερινότητας. Που είναι εδώ για να κατευθύνει τη ματιά μας στα ασήμαντα καθημερινά, τα οποία είναι ταυτόχρονα και πολύ σημαντικά. Για δες λοιπόν.

Συντάκτης:
Δημήτρης Καραβασίλης
Συγγραφέας, Θεολόγος

Εσύ ποιόν υποδέχεσαι ως βασιλιά σου;
Ποιόν ανεβάζεις σε ψηλό θρόνο και ύστερα με προθυμία υπηρετείς;
Σαν να σε βλέπω, στριμωγμένο στη κοσμοσυρροή, να ορθώνεσαι στις μυτες των ποδιών σου, να τον προυπαντήσεις.
Κάποιες φορές τον ακους από τα μεγάφωνα και λιώνεις…
Ποιόν υποδέχεσαι με δάφνες στην είσοδο της καρδιάς σου και τον θρονιάζεις εκεί να σε προστάζει;
"Ευλογημένος ο ερχόμενος" ! φώναζες δίχως να σε νοιάζει πως εκείνος θα σε διαφεντέψει ως δυνάστης.
Μέσα σου τον περίμενες ως πατέρα. Σου έχει λείψει ο πατέρας. Σε καταλαβαίνω.
Τώρα είσαι θυμωμένος. Το ξέρω.
Πια δεν πιστεύεις σε κανέναν. Την καρδιά σου την κρατάς κλειδωμένη.
Ωστόσο σήμερα η Αλήθεια, ο Χριστός ταπεινά πορεύεται δίπλα στην καρδιά σου. Εχεις το κουράγιο να Τον αντικρύσεις;
Δεν γυρεύει υποκλίσεις και υπηρέτες. Αντί γι αυτό ζητά να σε στέρξει στις δυσκολίες σου.
Θα Του δώσεις το κλειδί της καρδιάς σου;
Το κλαδί της δάφνης σε περιμένει να το ανεμίσεις.
Θα είσαι αυτή τη φορά νικητής η θα παραμείνεις πικραμένος και μόνος;

Πηγή

«Αυτή είναι η ιστορία ενός αγοριού ονόματι Charlie που διαγνώστηκε ότι πάσχει από καρκίνο όταν ήταν μόλις πέντε ετών. Για την ακρίβεια ήταν η 5η μέρα του 5ου μήνα του 2005.

Το ακριβές όνομα μου είναι Charlie Williams. Θα μπορούσα να είχα πεθάνει μέχρι σήμερα. Πρόσφατα έμαθα ότι δεν θα πεθάνω.

Αναγκάστηκα να υποβληθώ σε θεραπείες όπως ραδιοθεραπεία που σημαίνει ότι έπρεπε να μπω σε ένα κυλινδρικό τούνελ για μισή ώρα, κάτι τρομακτικό για ένα 6χρονο παιδί που ήμουν τότε.

Υπoβλήθηκα σε χημειοθεραπείες και μεταγγίσεις αίματος. Οι βελόνες δεν είναι το πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο και συνήθιζα να τρομοκρατούμαι στην ιδέα αλλά τώρα τις συνήθισα.

Νομίζετε ότι θα μπορούσατε να τα βγάλετε πέρα με όλη αυτή τη διαδικασία. Πως νομίζετε ότι θα σας άλλαζε σαν άνθρωπο;

Όταν είσαι άρρωστος και ξέρεις ότι υπάρχει η πιθανότητα να χάσεις όσα έχεις, τότε τα εκτιμάς.

Αντικείμενα όπως οι υπολογιστές ακόμα και τα μολύβια και τα στυλό αποκτούν ιδιαίτερη σημασία μια μέρα γιατί συνειδητοποιείς ότι χωρίς αυτά δεν θα μπορούσες να μορφωθείς.

Ένα απλό μολύβι μπορεί να μη σημαίνει τίποτα για ένα παιδί στο σχολείο μου αλλά για ένα παιδί σε ένα φτωχό χωριό στην Ουγκάντα μπορεί να σημαίνει την αρχή της εκπαίδευσής του και της μόρφωσής του.

Για όλα εσάς τα παιδιά που αγαπάτε τις σοκολάτες, τις τηγανητές πατάτες, τα λουκάνικα και πολλά άλλα, φανταστείτε να υπήρχαν μέρες που δεν θα μπορούσατε να βάλετε στο στόμα σας ούτε μια σταγόνα νερό.

Όταν ήμουν στο νοσοκομείο πήγαινα στο κυλικείο και έβλεπα τους ανθρώπους να τρώνε χωρίς εγώ να μπορώ να φάω το παραμικρό.

Τρεφόμουν με ένα σωληνάκι που είχα στη μύτη. Όσο για τους γονείς, μπορεί να σας φαίνονται άδικοι ή να μην σας αφήνουν να κάνετε τα πράγματα που θέλετε αλλά πάντοτε θα σας βοηθούν.

Σας ταΐζουν, σας ντύνουν και σας προσφέρουν ένα σπίτι αλλά κυρίως σας βοηθούν όταν είστε πληγωμένοι.

Γνωρίζω από πρώτο χέρι τι περνούν οι γονείς όταν βλέπουν το παιδί τους να υποφέρει. Είμαι σίγουρος ότι όταν οι γιατροί διέγνωσαν όγκο στο κεφάλι, οι γονείς μου πίστευαν πως δεν θα τα κατάφερνα. Μπορείτε να φανταστείτε τους γονείς σας να ξέρουν ότι θα πεθάνετε;

Είμαι ένα κανονικό παιδί που είχε όμως ένα απαίσιο ταξίδι στην αρχή της παιδικής του ηλικίας. Αλλά έχω κερδίσει και κάτι από αυτό. Έχω γίνει πιο σοβαρός και σκεπτικός για τη ζωή. Με έκανε να συμπεριφέρομαι καλύτερα στο σχολείο και να δουλεύω πιο σκληρά. Ο καρκίνος με ανάγκασε να κάνω ένα βήμα πίσω και να κοιτάξω από το παράθυρο της ζωής τι βρίσκεται μπροστά μου».

 Πηγή (από Newsbeast.gr)

«…παίρνω το θάρρος να σας γράψω γιατί θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τη δική μου αληθινή ιστορία.

Είμαι 32 χρονών και πριν 1,5 χρόνο μου διαγνώστηκε ότι έπασχα από καρκίνο του μαστού. Το όνειρο που είχε ξεκινήσει για μένα πριν 3 μήνες με το γάμο μου, δεν είχε διάρκεια και μετατράπηκε μέσα σε μία ημέρα σε έναν εφιάλτη. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πώς είναι να αισθάνεσαι ότι πεθαίνεις, πώς είναι να βλέπεις τον εαυτό σου να αλλάζει, πώς είναι να βλέπεις στα μάτια των ανθρώπων που αγαπάς τον πόνο, πώς είναι να αισθάνεσαι τον οίκτο των άλλων, πώς είναι να ξυπνάς τα βράδυα (τα λίγα βράδυα που μπορείς να κοιμηθείς) και να βλέπεις το είδωλό σου στο καθρέπτη και να τρομάζεις, πώς είναι να αισθάνεσαι ότι ο άνθρωπος που αγαπάς απομακρύνεται κάθε μέρα και πιο πολύ από εσένα, πώς είναι να αισθάνεσαι ένοχη που γκρεμίζεις τα όνειρά του, πώς είναι να σου λέει ότι δεν μπορεί να περιμένει, πώς είναι να μετράς τις μέρες, τις ώρες και να φτάνει η μέρα της τελευταίας θεραπείας. Και πώς είναι η πρώτη μέρα που αισθάνεσαι και πάλι καλά, η πρώτη μέρα που βλέπεις και πάλι τον ήλιο να λάμπει και να σου κρυφοχαμογελάει.

Και πώς είναι να βρισκεις τη δύναμη να διώχνεις μακρυά ό,τι και όποιον σου κάνει κακό, να μαθαίνεις να αγαπάς τον εαυτό σου, να νοιάζεσαι γι’ αυτόν και να τον φροντίζεις. Ο καρκίνος με έμαθε να ερμηνεύω τα σημάδια, να μη θεωρώ τίποτα τυχαίο, να μην κάνω μακροχρόνια όνειρα γιατί είναι χαζό, να εκτιμώ τα λίγα και να απομυθοποιώ τα πολλά.

Νά στε καλα,
Σοφία»

 Πηγή

Είχε καιρό που προετοίμαζε τα γενέθλια του γιου του. Τι ιστοσελίδες επισκεπτόταν, τι ανθρώπους που αναλάμβαναν τέτοιες εκδηλώσεις ρωτούσε… ήθελε αυτά τα γενέθλια να μείνουν αξέχαστα.

Με τον Θάνο περνά δυο Σαββατοκύριακα το μήνα. Ύστερα από πάρα πολύ κόπο και προσπάθεια, έπεισε τη Μίνα, την πρώην γυναίκα του, να διοργανώσει εκείνος τα φετινά γενέθλια του μικρού. Πλησίασαν οι μέρες. Το διαμέρισμα ήταν ίδιο η λαχτάρα του. Μοσχομύριζε αγάπη. Το κάθε μπαλόνι, η κάθε πιατέλα είχε κι ένα κομμάτι από την ψυχή του. «Γιε μου σ’ αγαπώ τόσο πολύ!» τραγουδούσαν όλα.

Το μεσημέρι του Σαββάτου ήταν όλα έτοιμα. Οι δυο τους με ύφος σοβαρό έκαναν την τελευταία επιθεώρηση. Ο πατέρας κρεμόταν από τα χείλη του Θάνου. Ζητιάνευε για ένα χαμόγελο. Πέθαινε για μια σφιχτή αγκαλιά. Είχε ανάγκη από την αγάπη του γιού του για να συνεχίσει να ζει. Πέρασε τόσα πολλά ο μικρός του. Να γινόταν να δώσει μια στο παρελθόν και να γκρεμίσει συθέμελα…

«Μπαμπά τι όμορφα που τα ετοίμασες! Θα περάσουμε πολύ όμορφα απόψε!» είπε ο Θάνος αφήνοντας το γκρέμισμα για αργότερα.

«Χαίρομαι πολύ μικρέ μου» είπε εκείνος και έσκυψε να τον αγκαλιάσει. «Θα περάσουμε όμορφα, θα δεις. Έχω ετοιμάσει πολλές εκπλήξεις για το βράδυ, θα είναι αξέχαστο! Πες μου όμως τώρα, τι δώρο θέλεις; Ό,τι θέλεις. Πες μου!»

Ο Θάνος ύστερα από έναν μικρό αναστεναγμό, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο τον ουρανό που ετοιμαζόταν να δεχθεί την Άνοιξη, είπε:

«Μπαμπά θέλω να ξαν’ αγαπήσεις τη μαμά μου! Μπορείς;»

 Πηγή

Από τότε που αρρώστησε ο πατέρας του, ο Ανέστης δεν είναι πια ο ίδιος άνθρωπος. Έχουν έρθει τα πάνω κάτω στη ζωή του και δεν ήταν προετοιμασμένος γι αυτό. Τόσο καιρό είχε συνηθίσει εκεί στα πάνω και δεν ασχολιόταν με τα κάτω. Όχι πως τα σνομπάριζε, αλλά δεν είχε καιρό. Από την ώρα που το ξυπνητήρι σαν ένα μαγικό χέρι έσβηνε τα όνειρα, σαν από ένα θολο τζάμι τον ατμό, μέχρι την ώρα που το παράθυρο αυτό έκλεινε πάλι για να ζεσταθεί το μέσα του από τα όνειρα, η ζωή του ήταν ένας αγώνας δρόμου. Ετρεχε… έτρεχε… σα να ήθελε να συναγωνιστεί τον χρόνο. Τι γύρευε τώρα να προλάβει; Μια φορά τον ρώτησε η Άννα. Εκείνος κοντοστάθηκε. Σα να μπέρδεψε τον βηματισμό του. Σα να χόρευε κάποιο χορό και έχασε τα βήματα. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια. Στιγμές σιωπής ρυτίδωσαν το πρόσωπό του. Εκείνος τις πέρασε για ιδρώτα και έβγαλε χαρτομάντιλο να σκουπιστεί. Βαθιά στα μάτια της ήταν τα δικά του. Δεν τα βρήκε όμως. Θολός ο καθρέφτης. Κάτι πήγε να πει… όμως χαμογέλασε αμήχανα και ξανάπιασε το τρέξιμο για το επόμενο ραντεβού του.

Ο πατέρας του είναι το στήριγμά του. Την μητέρα του την έχασε νωρίς.

«Τι σημαίνει χάσαμε την μάνα;» είχε ρωτήσει τον πατέρα του μέσα στην αφέλεια την εφηβική.

«Την χάσαμε εμείς για να την βρει ο Θεός» του είχε απαντήσει όλο νόημα ο πατέρας του.

Τον πατέρα του τον θαύμαζε από παλιά. Είχε έναν τρόπο να βλέπει τα πράματα συναρπαστικά. Τον προσγείωνε στην πραγματικότητα κάθε φορά που άνοιγε τα φτερά του σαν τον Ίκαρο. Εκείνος τον άφηνε να βουτάει στο γαλάζιο τ' ουρανού και ύστερα με φόρα να σκάει πάνω στις τούφες από βαμβάκι. Κι όταν κουραζόταν από το παιχνίδισμα του νου, τον περιμάζευε κοντά του και του άνοιγε σιγά σιγά, όχι απότομα, τις γρίλιες για να δει τον ουρανό και από άλλες μεριές. Σαν παραμύθι ήταν τότε οι στιγμές. Τον πατέρα του τον αγάπησε πολύ. Μόνο που δεν το ομολογούσε. Με την μάνα δεν ήταν το ίδιο. Άλλο η μάνα. Πάντοτε άλλο η μάνα. Εκεί ήταν όλα τόσο αυτονόητα. Οι αγκαλιές ήταν σαν την αναπνοή. Δε ρωτάς γιατί αναπνέεις. Απλά αγκαλιάζεις. Δίχως αναστολές. Με τον πατέρα ήταν αλλιώς. Ποιος τα ορίζει όλα τούτα;

Όταν βρήκε ο Θεός τη μάνα, ο Ανέστης ανασκουμπώθηκε να κρύψει τον πατέρα του από τα μάτια του Θεού. Μην τον βρει κι αυτόν.

«Έχει τόσους μπαμπάδες εκεί μαζί του» σκέφτηκε. «Καλά θα κάνει ν' αφήσει ήσυχο τον δικό μου».

Από κείνη τη μέρα ο Ανέστης είχε γίνει του πατέρα του ο φύλακας άγγελος. Του είχε πάρει δυο τρία κινητά. Ήθελε να ξέρει την κάθε του κίνηση. Στον πρώτο βήχα έτρεχε στον καλύτερο γιατρό, έτρεχε για τις εξετάσεις, έτρεχε, όλο έτρεχε. Μα πώς να παίξεις εκεί που δεν μπορείς να παίξεις. Πώς να τρέξεις να προλάβεις αυτόν που έχει ήδη φτάσει πριν από σένα προτού καν ξεκινήσει ο αγώνας; Ο χρόνος. Ο παντοκράτορας.

«Παντοκράτορας Ανέστη μου είναι μονάχα ο Θεός» τον είχε μαλώσει γλυκά ο πατέρας του. Ο χρόνος σαν υπήκοο σκυλάκι κουλουριάζεται στα πόδια του Θεού. Μονάχα εμείς τον λογαριάζουμε παντοδύναμο και άλλα τέτοια. Και να ξέρεις Ανέστη μου όσο πιο πολύ τον φοβάσαι, τόσο εκείνος χαίρεται και σου χαρακώνει το πρόσωπο. Ρυτίδες λέει… Τις άλλες ρυτίδες να σκέφτεσαι… αυτές που έχει το μέσα σου, κατάλαβες; Εκεί που η χάρη του Θεού δεν φτάνει να τις θεραπέψει.

Πάντα μ' έναν καλό λόγο για το Θεό ο κυρ Σπύρος. Τον σέβονταν πολύ. Μα δεν ήταν από κείνους που το είχαν ως πραμάτεια και το γυροφέρνουν εδώ κι εκεί. Ιδίως όταν έχεις για αδελφό τον Βλάση με το όνομα.

Ο θείος Βλάσσης δεν είναι από τους εύκολους ανθρώπους. Συνταξιούχος γυμνασιάρχης τώρα πια δίχως όμως ούτε στιγμή να πάψει να φυλλογυρίζει ό,τι βρεθεί στο χέρι του και ό,τι του φέρει ο ανιψιός του, ο Βλασσάκος. Τον φωνάζει έτσι μόνο εκείνος. Ο Ανέστης δεν τον παρεξηγεί τον θείο. Στην πραγματικότητα τον γοητεύει κάθε φορά που τον αναζητά ο θείος να μιλήσουν για ζητήματα μεταφυσικά, φιλοσοφικά. Ο Ανέστης με τον θείο έχει άλλη σχέση. Διαφορετική από τον πατέρα του. Εκεί ξεδιπλώνει κάθε γωνιά του μυαλού του και σαν ένας τέλειος μάστορας της διανόησης ξηλώνει και ράβει του Σύμπαντος τον νου.

«Μακάρι ο Θεός να κάνει γρήγορα καλά τον πατέρα μου» τόλμησε να αναστενάξει μια φορά μπροστά στο θείο και ήταν σα να άναψαν αμέσως όλα τα αστέρια του ουρανού εκείνο το συννεφιασμένο απόγευμα του Φλεβάρη.

«Δεν σου έχω πει να μην παριστάνεις τον ανόητο μπροστά μου;» τον μάλωσε.

Δαγκώθηκε ο Ανέστης. Πώς την πάτησε έτσι; Μαζεύτηκε αλλά ήταν αργά. Είχε υψώσει στον θείο κι εκείνος ετοιμαζόταν να καρφώσει στο γήπεδο του Ανέστη για άλλη μια φορά. Έτσι του άρεσε μάλιστα να παρομοιάζει την συζήτηση, σαν έναν αγώνα βόλεϊ. Όπου τα επιχειρήματα μοιάζουν με τις πάσες ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα.

«Τι δουλειά έχει ο Θεός με την αρρώστια του πατέρα σου, μπορείς να μου πεις; Νομίζεις πως δεν έχει άλλες δουλειές να κάνει; Νομίζεις ότι θα ασχολείται με το αν έβηξε ο πατέρας σου, νομίζεις ότι κάθεται και μετράει τα λευκά αιμοσφαίρια ένα ένα; Ε; Θαρρείς ότι ο πατέρας σου είναι το νούμερο ένα στη σκέψη του Θεού; Ανέστη σύνελθε. Αυτά τα λένε και τα σκέφτονται μόνο οι εγωιστές! Σα να λέμε απ' όλους τους άρρωστους πατεράδες στο κόσμο, ο Θεός να κάνει καλά τον δικό σου μόνο έτσι;»

«Όχι δεν σκέφτηκα…» είπε ο Ανέστης όμως η φράση έμεινε αδιάφορα μισή επειδή ο θείος έριχνε κατά ριπάς όπως λένε, μη δίνοντας την ευκαιρία για αντεπίθεση ούτε για άμυνα.

«Κατάλαβες τώρα μικρέ μου ότι δεν στέκει ο παντοδύναμος και πολυεύσπλαχνος και όλα τα κοσμητικά του κόσμου που στολίζουν τις ελπίδες τους οι ακαμάτηδες και φοβισμένοι ανθρωπάκοι; Όσο πιο ανόητος είσαι, τόσο πιο εγωιστής γίνεται, να το ξέρεις. Άσε που αυτός ο Θεός που έχουν οι τέτοιοι ανθρωπάκοι από κάτι τέτοια τρέφεται…»

Ο Ανέστης σκεφτόταν μόνο τον πατέρα του. Τούτη την ώρα δίχως να το σκεφτεί, να το προγραμματίσει, τα νοητικά τερτίπια γίνονταν προσευχές μέσα στη ψυχή του. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο, παρά να παρακαλέσει τον Θεό για τον πατέρα του. Εγωιστής; Όχι βέβαια, δεν θα του το επέτρεπε ο πατέρας του. Αν μπορούσε τώρα να του μιλήσει θα του έλεγε να μη ζητά να γίνει το δικό του θέλημα, αλλά να παρακαλεί τον Θεό να γίνει εκείνου το θέλημα. Ό,τι θέλει ο Θεός, ό,τι κρίνει εκείνος ότι είναι το καλύτερο. «Πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα» έτσι θα του έλεγε.

Ο Ανέστης μετρούσε τα λεπτά, τις ώρες, ένα προς ένα, μία προς μία. Τα πρώτα δύο 24ωρα είναι κρίσιμα, του είπαν οι γιατροί. Κάθε στιγμή που περνάει είναι κρίσιμη, τι εννοείτε αγαπητοί γιατροί…

Εγκεφαλικό λέει ο ένας, καρδιά ο άλλος… το θέμα είναι ότι ο πατέρας του Ανέστη μ' αυτά και με κείνα του σύστησε τον Θεό. Τον πήρε από το χέρι και του λέει, παιδί μου από δω ο Θεός μου. Κάνε όπως καταλαβαίνεις. Ο Ανέστης δεν ήταν έτοιμος για κάτι τέτοιο. Έμοιαζε με ένα χάρτινο αεροπλανάκι που παλεύει με τα κύματα του αγέρα. Την ώρα που λες πως θα τσακιστεί δίνει μια και πετιέται από το παράθυρο για να συνεχίσει το πέταγμά του. «Μοιραία όμως κάποια στιγμή θα τσακιστεί» θα του έλεγε ο θείος και θα χαμογελούσε με νόημα. «Όπως όλα. Όπως οι σκέψεις, οι ελπίδες, η ζωή.»

«Και τι θα μείνει στο τέλος θείε;»

«Οι ατέλειωτοι άνθρωποι που πετάνε χάρτινα αεροπλανάκια, χαρταετούς, διαστημόπλοια, με την παιδική φαντασίωση πως θα πετάνε στην αιωνιότητα. Μα ο Θεός μας θέλει καρφωμένους στο χώμα, κατάλαβες; Μας δίνει λίγο ουρανό κι ύστερα μ' έναν γδούπο μας καρφώνει στο χώμα. Αυτός είναι ο Θεός του πατέρα σου…»

Ο Θεός του πατέρα μου; Μα εγώ νόμιζα πως είναι ένας Θεός για όλους! Ανατέλλει λέει τον ήλιο του για όλους το ίδιο… Κάπως έτσι του το είχε πει… εκείνος που τώρα είναι στα χέρια αυτού που τόσο πολύ αγάπησε στη ζωή του.

«Αυτός είναι ο Θεός του πατέρα σου!» Άλλη μια σφυριά μέσα στο κεφάλι του.

«Είναι;» άκουσε σαν ψίθυρο βαθιά μέσα από την καρδιά του, από το μυαλό του; Δεν ήταν σίγουρος.

«Τι πάει να πει είναι;» αντέταξε σ' αυτή τη φωνή.

«Είναι ο Θεός;»

Στο άκουσμα αυτής της ερώτησης ένιωσε ρίγος να σκαρφαλώνει στην σπονδυλική του στήλη. Σαν το πανάρχαιο φίδι στις παρυφές του παραδείσου να μεταφέρει την παγωνιά του θανάτου σ' όλον τον κόσμο. Αυτός ο πειρασμός που ανακατώνει την λάσπη από τον πυθμένα της ηρεμίας και θολώνει τη σκέψη. Ο Ανέστης δεν βλέπει πια καθαρά. Το μυαλό του δεν είναι ικανό να διαχειριστεί τούτη την επίθεση. Όλα του τα επιχειρήματα επιστρέφουν τραυματισμένα και μισοπεθαμένα στον ίδιο. Φόβος κυριεύει τις γωνιές της ύπαρξής του. Φόβος. Αγωνία. «Είναι λοιπόν ο Θεός;»

«Εσύ είσαι σίγουρος ότι είσαι;» εμφανίστηκε άλλη μια φωνή. Δεν μπόρεσε να διακρίνει αν είναι σύμμαχος η εχθρός.

«Δηλαδή;» διερεύνησε το τοπίο…

«Δεν είναι της ώρας» έβαλε γρήγορα τελεία επειδή χτύπησε το κινητό του. Στην οθόνη ήταν ο αριθμός του νοσοκομείου.

«Πρέπει να έρθετε από εδώ» ακούστηκε ανάμεσα στις άλλες αδιάφορες λέξεις.

Ο Ανέστης σ' όλο το δρόμο έστελνε προσευχές ικεσίας σ' έναν Θεό που τον είχε μπερδέψει τόσο πολύ. Ήθελε τόσο πολύ να τον αγαπήσει μα λες και ένα αγκάθι τρυπούσε την διάθεση του αφήνοντας στάλες αίμα να κοκκινίσουν την λαχτάρα του. Με τις φωνές στο κεφάλι του να έχουν σηκώσει σωστή επανάσταση έφτασε στο νοσοκομείο. Δεν είχε υπομονή να περιμένει το ασανσέρ. Με τρεις δρασκελιές έφτασε μέχρι το 213. Άνοιξε την πόρτα.

Δυο νοσοκόμες είχαν καλύψει και το κεφάλι το σώμα του αρρώστου. Βιαστικά τακτοποιούσαν το δωμάτιο αλλάζοντας τα σεντόνια, ανοίγοντας παράθυρα..

«Όχι Θεέ μου, όχι!» ψιθύρισε.

«Κύριε Ανέστη» τον πλησίασε μια νοσοκόμα. «Μεταφέραμε τον πατέρα σας στον απέναντι θάλαμο, στο 223. Πηγαίνετε να τον δείτε. Σας περιμένει».

Ένα κρυφό χαμόγελο σαν ευχαριστία έφυγε από την καρδιά του. Κανείς δεν το είδε. Κανείς δεν έμαθε γι αυτό. Ο Θεός του πατέρα. Ο πατέρας Θεός.

Πηγή

Ο χρόνος αυτές τις μέρες έχει την τιμητική του. Αλλά και την τιμή του. Και μάλιστα όσο πάει και ακριβαίνει. Επειδή λιγοστεύει. Και ό,τι είναι σπάνιο είναι και ακριβό.

Αυτές οι διαπιστώσεις ωστόσο είναι το βραβείο ενός θαραλλέου ανθρώπου. Το να σταθείς αντιμέτωπος με τον χρόνο και να μετρηθείς μαζί του είναι κατόρθωμα. Όποιος τον κοιτάζει κατάματα, είναι σα να βλέπει το βάθος της δικής του ψυχής. Επειδή ο χρόνος κυρίως είναι θεριστής. Έρχεται τακτικά για να δρέψει τους καρπούς της δικής σου σποράς. Αλοίμονο αν βρει το χωράφι της ζωής σου χέρσο.

Μερικές φορές ο χρόνος κυκλοφορεί ανάμεσα και μέσα μας ως «καιρός», δηλαδή ευκαιρία. Αυτό το όνομά του το ξέρουν και το χρησιμοποιούν λίγοι. Συνήθως εκείνοι που γνωρίζουν την αξία του. Ως ευκαιρία, δηλαδή καλή περίπτωση, ο χρόνος προσφέρει δώρα τα οποία βέβαια θα ζητήσει πίσω όταν έρθει η ώρα του θερισμού, ή του απολογισμού. Τις πιο πολλές φορές αυτά τα δώρα έχουν αντίκρυσμα μόνο στον χώρο των σχέσεων και όχι της ύλης. Για παράδειγμα: Έχουμε ανάγκη να μας λένε πόσο σημαντικοί είμαστε για τη ζωή εκείνων που αγαπάμε. Έχουμε ανάγκη να ακούμε ότι μας αγαπούν, ότι προοδεύουμε, ότι παρόλα τα στραβά μας, μάς δέχονται. Ο χρόνος μάς δίνει την ευκαιρία να κάνουμε τους άλλους ευτυχισμένους αυτή τη στιγμή. Να μοιραστούμε τα συναισθήματά μας τώρα. Η ευκαιρία είναι μόνο για τώρα. Είναι ένα λαχείο που πρέπει να το εξαργυρώσεις μόνο την συγκεκριμένη στιγμή, αλλιώς λήγει, χάνεται.

Οι αναβολές, τα δεδομένα είναι εχθροί, όχι του χρόνου αλλά δικοί μας. Το «και αύριο μέρα είναι» αποτελεί απάτη. Ο χρόνος υπάρχει μονάχα τούτη τη στιγμή και είναι διαθέσιμος μόνο τώρα. Το αύριο όπως και το χθες μπορεί και να ανήκουν στην φαντασία και την ελπίδα. Το παρόν είναι το δώρο. Μπορείς να σπείρεις και να θερίσεις ότι θέλεις. Μα θα έχεις και τις ευθύνες.

Το «καλό χρόνο να έχεις» έρχεται σε αντιδιαστολή με το «κακό χρόνο νά ’χεις». Δεν υπάρχουν ευχές και κατάρες. Αυτά είναι το άλλοθι για τα δικά μας κατορθώματα ή αποτυχίες. Ο χρόνος είναι ο πιο αυστηρός δάσκαλος και συνάμα ο πιο δίκαιος. Γι' αυτόν έχει ειπωθεί το «Ό,τι έσπειρες θα θερίσεις». Μακάρι να είναι το χωράφι της ζωής μας γέματο με καρπούς αγάπης.

Πηγή

Ακούμε καιρό τώρα πως σημασία δεν έχει ο προορισμός, αλλά το ταξίδι. Χαιρόμαστε μιας και είμαστε περαστικοί και ταξιδιώτες από αυτόν τον κόσμο. Χαιρόμαστε επειδή για μας το είχε πει μάλλον ο Καβάφης. Τα Χριστούγεννα είναι ο προορισμός. Εμείς τα βλέπουμε από μακριά. Άλλοτε πλησιάζουν κι άλλοτε ξεμακραίνουν. Και τότε αναρωτιόμαστε τι να είναι άραγε αυτό το παράδοξο που μας συμβαίνει.

Τα Χριστούγεννα μας φανερώνουν πόσο καλοί καπεταναίοι είμαστε. Πόσο μπορούμε και κουμαντάρουμε το πλοίο της ζωής μας. Πόσο πολύ θέλουμε να φτάσουμε εκεί και τι είμαστε διατεθειμένοι ενδεχομένως να θυσιάσουμε: επιμονή, αποφασιστικότητα, αυτοκριτική για το πόσο ικανοί είμαστε και άλλα τέτοια «καλούδια». Όλα τούτα είναι και το καύσιμο του καραβιού μας, τα πανιά, ο αγέρας. Λίγα του δίνεις, μικρή απόσταση θα διανύσεις. Καθόλου καύσιμο; Τα ρεύματα θα σε παρασύρουν μακριά. Κι εκεί που ήσουν έτοιμος να χαρείς που φάνηκαν από μακριά τα Χριστούγεννα, ξαφνικά βρίσκεσαι μεσοπέλαγα να σε δέρνουν τα κύματα. Για άλλη μια φορά.

Τα Χριστούγεννα βάζουν τον κάθε κατεργάρη στον πάγκο του. Για να ξέρει ότι και κατεργάρης είναι και πάγκο έχει. Έτσι έχει την ευκαιρία να κοιτάξει τον εαυτό του κατάματα και να αποφασίσει αν θα ήθελε να συνεχίσει ως κατεργάρης ή να αναζητήσει άλλη ταυτότητα, άλλο προσωπείο. Επειδή με τα προσωπεία επιβιώνουμε μην έχοντας το κουράγιο να φανερώσουμε την αλήθεια μας. Μα σκέψου τον Χριστό μέσα στην ταπεινή φάτνη στη Βηθλεέμ: σου δείχνει με τον πιο φωτεινό τρόπο πως αφού εκείνος δεν χρειαζόταν προσωπείο, πολύ περισσότερο δεν τον χρειάζεσαι ούτε κι εσύ. Θάρρος και αλήθεια.

Χριστούγεννα δίχως Χριστό είναι καράβι δίχως πηδάλιο. Χώρια που εκείνο που βλέπεις στο βάθος νομίζεις ότι είναι τα Χριστούγεννα, όμως από κοντά θα διαπιστώσεις πως είναι απλά μια αργία με πολλή μελαγχολία. Δεν είναι τα χρήματα, δεν είναι η δουλειά που λείπει. Είναι ο Χριστός για να κάνει αυτή τη μέρα Χριστούγεννα.

Τα Χριστούγεννα μας κρίνουν. Είναι ένας τεράστιος καθρέφτης. Λέει πάντα την αλήθεια. Για όποιον το αντέχει.

Πηγή

Ο Έκτορας - σκύλος φύλακας!Θα ’ναι και πέντε χρόνια που έχουν περάσει από κείνη την ανοιξιάτικη μέρα του Οκτώβρη. Σχεδόν καλοκαιρινή. Ο χειμώνας παραμόνευε πίσω από κάποια μικρά ξεχασμένα σύννεφα καιροφυλακτώντας την κατάλληλη στιγμή για να κάνει την επίθεσή του. Αρπακτικό με τα όλα του. Ήταν Πέμπτη. Ήταν ένα παράξενο πρωινό. Ακόμα το θυμάται. Είχε ξυπνήσει και για ώρα προσπαθούσε να σηκώσει από το στήθος της την βαριά πλάκα που της έκοβε την ανάσα.

Όταν τα κατάφερε, άνοιξε τα παράθυρα στον πρωινό ήλιο. Ξαφνικά δίχως να ξέρει το πώς και το γιατί ντύθηκε και βγήκε στο δρόμο. Το ρεπό της θα το περνούσε στο κέντρο φύλαξης αδέσποτων ζώων. Όλο το σχεδίαζε να πάει και όλο το ανέβαλε. Μέχρι σήμερα.

Ο Έκτορας ήταν στα τελευταία του. Ξαπλωμένος. Ακούνητος. Η ευθανασία του χτυπούσε την πόρτα. Δίχως δεύτερη σκέψη η Γιάννα τον πήρε στο σπίτι της. Πέρασαν μαζί πολλά. Ο Εκτορας ζωντάνεψε και έφερε την αγάπη στο σπίτι. Ήταν για τη Γιάννα το κομμάτι που έλειπε από τη ζωή της.

Τελευταία όμως εκείνη αρρώστησε. Απόκτησε επιληπτικές κρίσεις. Μαύρα σύννεφα στάθηκαν στην οροφή του σπιτιού της. Οι κρίσεις ήταν σα μαστίγωμα, άγριο. Όμως ο Έκτορας, παράξενο, πριν ακόμα να εκδηλωθούν και ορμήσουν για να πνίξουν τη Γιάννα, το καταλάβαινε. Άρχιζε να γαυγίζει δυνατά, υστερικά. Πήγαινε πάνω κάτω, χοροπηδούσε, φώναζε. Αυτό μέχρι να γαντζωθεί η Γιάννα και να μη βυθιστεί για τα καλά στην μαύρη ρουφήχτρα που την τραβούσε στην άβυσσο. Συνερχόταν. Αγκάλιαζε τον Έκτορα. Κλαίγανε μαζί.

Ο Έκτορας έγινε ο σκύλος φύλακάς της . Τη ζωή που του χάρισε εκείνη της την ανταποδίδει τώρα εκείνος και με το παραπάνω.

Πηγή

Κυριακή σήμερα και πολλοί από τους συνταξιδιώτες μας, το έχουν ανάγκη να εκκλησιάζονται.

Υπάρχει ένας οδηγός παρακάτω, που καθοδηγεί πως να γίνεται ή να μην γίνεται.

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον από πολλές απόψεις:

Φαίνεσθαι: Στην Κυριακάτικη Θεία Λειτουργία να ντύνεσαι με κυριλέ-φαρισέ ρούχα για να ανεβάζεις το image σου.

Δωδεκάτη: Τηλεφώνησε το προηγούμενο απόγευμα στο Ναό και ρώτησε – «Τι ώρα βγαίνετε»; Αν πας πέντε λεπτά πριν από το τέλος θα γλιτώσεις το λούκι της Ακολουθίας χωρίς να νιώθεις ενοχές που δεν εκκλησιάστηκες.

Δίλεπτο: Όταν ρίχνεις τα χρήματα στο παγκάρι νιώσε ελεήμων. Αν ο επίτροπος που βρίσκεται πίσω από το παγκάρι σε κοιτάζει, νιώσε ντροπή και ρίξε κάτι περισσότερο για να μην φανείς φτωχός στα μάτια του. Αν κάνει πως δεν σε προσέχει, ρίξε ένα βαρύ κέρμα για να ακούσει πλούσιο θόρυβο. Αν νιώθεις ένοχος-η για κάτι κακό που έκανες, ρίξε ένα ευρώ παραπάνω για εξιλέωση.

Δεκακέρι: Άναψε πολλά κεριά για να ελεηθείς περισσότερο εσύ και οι συγγενείς σου.

Αξιολόγηση: Παρατήρησε προσεκτικά τους πιστούς γύρω σου χωρίς να σε πάρουν χαμπάρι. Αν είσαι άντρας και δεις μια κομψή κοπέλα προκλητικά ντυμένη αφού την κοιτάξεις με λαγνεία, κρίνε μέσα σου το παρουσιαστικό της, αναλογιζόμενος: «πώς δεν ντρέπεται να κυκλοφορεί έτσι μέσα στο Ναό!». Αν είσαι γυναίκα αφού ζηλέψεις έλεγξέ την με μια βλοσυρή ματιά για να βγάλεις το άχτι σου. Μετά αντί να παραδεχτείς ότι έπεσες σε κατάκριση αναλογίσου: «σα δε ντρέπεται» και νιώσε πιο ευσεβής από αυτήν.

Κοσμικίλα: Φόρεσε ένα άρωμα πιο δυνατό από το θυμίαμα ώστε να πλημμυρίζει με κατάνυξη όσους είχαν την τύχη να σταθούν πλάι σου.

Μουρμούρα: Να επαναλαμβάνεις κοντά στο αυτί του μπροστινού σου όσα ακούς. Αυτό θα σε βοηθήσει να συμμετέχεις ενεργά στην Ακολουθία. Να μουρμουράς σε διαφορετικό τόνο από τους ψάλτες για να του προσφέρεις πολυφωνικό άκουσμα.

Δικαίωμα: Πίστεψε ότι με το να εκκλησιάζεσαι εξευμενίζεις το Θεό και τον υποχρεώνεις να σε προστατεύει και να συμπαραστέκεται στις δυσκολίες σου.

Θεαθήναι: Αν κάνεις κάποια δωρεά απαίτησε να αναγραφεί το όνομά σου στο αντικείμενο που δώρισες με μεγάλα γράμματα. Αν πρόκειται για εικόνα φρόντισε το όνομά σου να ξεπερνάει σε μέγεθος το όνομα του αγιογράφου αλλά και του αγίου που εικονίζεται. Αφού την πλήρωσες καλό να μείνει αιωνία η μνήμη σου.

Καρέκλες: Αν δωρίσεις κάποιο κάθισμα απαίτησε να σκαλιστεί το όνομά σου με μεγάλα γράμματα ώστε όλοι να ξέρουν πόσο αναπαυτική είναι η γενναιοδωρία σου. Δεν χρειάζεται να κάθεσαι εσύ στη δική σου καρέκλα για να μη σε παρεξηγήσουν αλλά όποτε πηγαίνεις στο Ναό να περνάς από κοντά για να διαβάζεις το όνομά σου και να καμαρώνεις. Αν το όνομα του δωρητή ανήκει σε κάποιον κεκοιμημένο της φαμίλιας σου …; νιώσε περήφανος για το σόι σου.

Μπλα-Μπλα: Αν συναντήσεις τυχαία κάποιον φίλο ή γνωστό πιάσε την κουβέντα και μην σταματήσεις πριν τελειώσει η Ακολουθία. Η κουβεντούλα στο Ναό ευαρεστεί το Θεό και αναπαύει τους γύρω σου.

Νταβαντούρι: Φρόντισε να εκκλησιάζεσαι μόνο σε κεντρικούς Ναούς τις μεγάλες εορτές ώστε να ενοχλείσαι από τον θόρυβο και την υποκρισία.

Παιδιά: Αν ντρέπεσαι να ξαμολήσεις τα παιδιά σου ανεξέλεγκτα μέσα στο Ναό να παίζουν και να φωνάζουν, ανάγκασέ τα να στέκονται ακίνητα δίπλα σου με ευλάβεια. Αν νιώσουν από νωρίς την καταπίεση όταν μεγαλώσουν θα γίνουν οπωσδήποτε υποταγμένοι, καθωσπρεπικοί ρομπότ-χριστιανοί ή αντιδραστικοί και περιθωριακοί αρνησίθεοι.

Σπάσιμο νεύρων: Αν σχηματίζεται ουρά για το προσκύνημα κάποιων ιερών λειψάνων ή θαυματουργής εικόνας πήγαινε να στηθείς και εσύ εκεί. Αν αγανακτήσεις από το συνωστισμό στο Ναό κράτησε την ψυχραιμία σου. Ξέσπασε αργότερα τα νεύρα σου στην οικογένειά σου.

Ταχύτητα: Όταν έλθει η ώρα να μεταλάβεις παραμέρισε τους άλλους για να κοινωνήσεις πρώτος. Έτσι δεν θα χρειαστεί να περιμένεις στην ουρά και θα μειωθούν οι πιθανότητες να κοινωνήσεις μετά από μια γιαγιά που σιχαίνεσαι.

Μόνωση: Αν καθίσει κάποιος δίπλα σου, μην γυρίσεις να τον κοιτάξεις, μην του χαμογελάσεις και μην του πεις καλημέρα. Τράβηξε λίγο την καρέκλα σου παραπέρα και στρέψε τα μάτια σου αλλού για να καταλάβει ότι ενοχλήθηκες.

Κατάληψη: Επειδή κουράζεσαι εύκολα, αν πετύχεις άδειο κάθισμα, πρόλαβε να καθίσεις και κράτησέ το μέχρι το τέλος για πάρτη σου. Αν τα άδεια καθίσματα είναι δύο «πιάσε» το άλλο με το μπουφάν σου για να βάλεις εκεί ένα «πλησίον» της αρεσκείας σου.

Καφενείο: Λίγο πριν τελειώσει η Ακολουθία φύγε ψύχραιμα από το Ναό μη τυχόν και γνωρίσεις κάποιον από την ενορία σου. Αν έχεις δει κάποιο γνωστό σου, περίμενε μέχρι το «δι ευχών» και μετά πλησίασε και πες του με δυνατή φωνή όσα θα του έλεγες αν τον συναντούσες στη Λαϊκή ή στο καφενείο.

Πηγή

«Ένα χαρτομάντηλο;» μια φωνή έκοψε σε χίλια κομμάτια τις σκέψεις μου. Έπιασα να τις μαζέψω. Δύσκολο.
Κοίταξα τριγύρω. Να βρω τον υπαίτιο. Να ζητήσω το λόγο.
Οι σκέψεις πέταξαν. Λέφτερες.
«Χαρτομάντηλο;» ακούστηκε ξανά η παιδική φωνή.
Και νάτος που καθόνταν πάνω σε ένα κομμάτι χαρτόνι μπροστά μου.
Τραντάχτηκε το βλέμμα μου. Ή μήπως ήταν η καρδιά μου;
Μπροστά μου καθισμένος ο μικρός, μισοβουτηγμένος στην τσαλακωμένη σελίδα του μοναδικού του τετραδίου.
«Ξέρεις γράμματα;» με ρωτάει.
«Λίγα…» πήγα να κάνω τον έξυπνο.
«Άμα είναι λίγα δεν μου κάνουν… λίγα ξέρω κι εγώ» μου λέει και ξανασκύβει στο τετράδιο του. Τα μάτια του φώτιζαν μια το βιβλίο και μια το τετράδιο.
«Τι κάνεις;» του λέω και σκύβω κοντά του.
«Αντιγραφή» μου είπε κοφτά. «Έχω και ορθογραφία μερικές λέξεις, και…»
«Πας στο σχολείο;»
«Δεν προλαβαίνω πάντα, αλλά όποτε λείπω παίρνω τα μαθήματα από τον Χάρη» μου λέει.
Για λίγο έμεινα σιωπηλός. Τι μπορούν να περιγράψουν οι λέξεις για κείνα που μόνο η γλώσσα της ψυχής γνωρίζει;
Τούτος εδώ ο νεαρός φτέρωσε τις ελπίδες μου.
«Να σε ρωτήσω κάτι, άμα ξέρεις;» μου λέει.
«Για πες…»
«Πως γράφεται η λέξη μέλλον;»
«Με αγώνα μικρέ μου φίλε», του λέω δακρυσμένος, «με αγώνα!»

Πηγή

Το να πιστεύω σημαίνει να ξέρω ότι κάθε μέρα είναι μια καινούργια αρχή, σημαίνει πως είμαι σίγουρος ότι γίνονται θαύματα και ότι τα όνειρα βγαίνουν αληθινά.

Πιστεύω και έτσι βλέπω αγγέλους να χορεύουν ανάμεσα στα σύννεφα, θαυμάζω τον κατάσπαρτο με αστέρια ουρανό και ακούω το νου του ανθρώπου να περιδιαβαίνει πέρα από το φεγγάρι.

Πιστεύω θα πει να ξέρω πόσο αξίζει μια καρδιά που νοιάζεται, η αθωότητα των παιδικών ματιών και η σοφία ενός ηλικιωμένου χεριού, επειδή μέσα από τα διδάγματα τους μαθαίνω την αγάπη.

Πιστεύω σημαίνει να βρω τη δύναμη και το κουράγιο μέσα μου, όταν έρθει η ώρα, να μαζέψω τα κομμάτια μου και να αρχίσω ξανά.

Πιστεύω θα πει πως δεν είμαι μόνος μου, πως η ζωή είναι ένα δώρο και πως ήρθε η ώρα να το εκτιμήσω.

Πιστεύω σημαίνει πως όπου νά ’ναι θα γίνουν υπέροχα πράγματα και πως μπορώ να πραγματοποιήσω όλα τα όνειρα και τις ελπίδες μου.

Φτάνει μόνο να πιστέψω… μονάχα να πιστέψω…

 
Πηγή: Τα εσώτερα δώματα της ψυχής των απανταχού ανθρώπων

«Τι εννοείς ότι δεν θα τα ξαναφορέσεις;» τον ρώτησε η μάνα.
«Τι δεν καταλαβαίνεις δηλαδή;» απάντησε θυμωμένα ο μικρός.
«Τα καινούργια σου παπούτσια; Αυτά που σου πήρε η νονά; Αυτά που της είχες ζητήσει; Γιατί;»
«Επειδή δεν μου αρέσουν πια!» είπε εκείνος αναψοκοκκινισμένος. «Να τα πετάξεις!»
«Μα, δεν καταλαβαίνω! Δεν τα φόρεσες χθες που βγήκες με τους συμμαθητές σου; Δεν καμάρωνες στο δρόμο; Τι έγινε;»
Συγκρατώντας εκείνος το θυμό του φώναξε:
«Με κοροΐδευαν!» της είπε. «Μόλις με είδαν δεν είχαν άλλη συζήτηση παρά κοίταγαν τα παπούτσια μου και με γελούσαν! Κατάλαβες; Να τα πετάξεις! Δεν τα θέλω!»
Αναστέναξε η μάνα. Πόνεσε. Για τον φαύλο κύκλο που τυραννά αδιάκριτα όλες τις γεννιές.
«Άκου γιε μου» του είπε.
«Δεν θέλω να ακούσω! Θέλω να πετάξεις τα ηλίθια παπούτσια!»
«Θα το κάνω» του είπε ήρεμα. «Μήπως θέλεις να το κάνεις εσύ αντι για μένα;»
«Όχι!» φώναξε ο μικρός. «Εσύ να το κάνεις!»
«Λιγάκι σου αρέσουν όμως έτσι;»
«Λίγο» ακούστηκε μέσα στα αναφυλλητά του.
Η μάνα τον πλησίασε. Απαλά πέρασε το χέρι της πάνω από τα ιδρωμένα μαλλιά του.
«Αν υποστηρίξεις κάτι» του είπε «τότε σίγουρα δεν θα αρέσεις σε κάποιον. Αν δεν υποστηρίξεις κάτι, τότε σίγουρα δεν θα αρέσεις στον εαυτό σου. Υπάρχουν στιγμές στη ζωή, που πρέπει να σταθείς στα πόδια σου και να πεις "Αυτός είμαι Εγώ". Κατάλαβες γιε μου;»
Ο μικρός σκούπισε τα δάκρυά του και κοίταξε τη μάνα στα μάτια. Για πρώτη φορά ύστερα από πολλή ώρα ζωγραφίστηκε το χαμόγελο στο πρόσωπο του.

Πηγή

Ήταν ένα αγόρι που πήγαινε κάθε μέρα στο σχολείο του.
Ένα πρωινό λοιπόν εκεί που περπατούσε βρήκε στον δρόμο 20 λεπτά. Καταχαρούμενο μάζεψε το νόμισμα και καμαρωτός το φύλαγε μέσα στο χέρι του. Ένοιωθε απίστευτη χαρά που απεκτησε χρήματα δίχως να κάνει κάτι.
Από εκείνη τη μέρα συνέχεια όπου κι αν πήγαινε, κοιτούσε τον δρόμο με ολάνοιχτα μάτια, μήπως βρει κι άλλα χρήματα, και άλλα πολύτιμα αντικείμενα.
Σ' όλη του τη ζωή πιθανότατα θα έχει βρει κάμποσα εικοσάλεπτα.
Θα μαζέψει τα χρήματα αυτά χωρίς να κάνει τίποτα. Χωρίς καμιά προσπάθεια, δίχως να ρισκάρει να χάσει κάτι.
Εκτός βέβαια από την ανείπωτη ομορφιά από 31369 ηλιοβασιλέματα, την υπέροχη πανδαισία 157 ουράνιων τόξων, την αμέτρητη γαλήνη χιλιάδων αστεριών.
Δεν θα δει ποτέ τα σύννεφα να χορεύουν στον ουρανό, τα πουλιά να πετούν λεύτερα, ούτε κάποιο μέρος της μνήμης του θα λαμπρύνει απο τα χιλιάδες χαμόγελα των περαστικών που διάβηκαν από κοντά του και πέρασαν δίχως να τα προσέξει.
Ξέρεις κανέναν που ζει έτσι;
Με το κεφάλι σκυμμένο να το βαραίνουν χιλιάδες καθημερινά προβλήματα, να φοβάται τον πόνο και την κριτική, να πανικοβάλλεται από πράγματα που ποτέ δεν θα γίνουν, ελπίζοντας να βρει πεταμένα 20 λεπτά, χωρίς να κάνει κάτι…

Πηγή

«Κωστάκη! Πρόσεχε παιδί μου! Θα πέσεις! Θανάση! Τρέξε! Το παιδί!»
Ακόμα και τα πουλιά είχαν σταματήσει το τραγούδι τους τρομαγμένα.
Η πλατεία αναστατώθηκε από τις φωνές της μητέρας.
Ο Κωστάκης μόλις ξεκίνησε να δοκιμάζει τα πρώτα του βήματα στο γρασίδι.
Μαθαίνει τον πρώτο του χορό. Τα χεράκια του απλωμένα σα φτερούγες.
Δοκιμάζει. Πέφτει. Ξανασηκώνεται. Ξαναπέφτει. Χτυπάει το γόνατο του.
Η μητέρα του πιο εκεί αναμαλλιασμένη από το φόβο φωνάζει.
Δεν έμαθε να ζει ελεύθερη. Είχε αφήσει τον φόβο να την κυβερνά.
«Πρόσεχε Κωστάκη! Θα χτυπήσεις! Περίμενε τη μανούλα!»
Ο μικρός συνεχίζει την Οδύσσειά του στο γρασίδι.
Σαν ένα μικρό κομπιούτερ το μυαλουδάκι του δέχεται το πρόγραμμα της μάνας.
«Θα χτυπήσεις!»
Μεγαλώνοντας θα μάθει να ζει μ αυτό.
Θα αποφεύγει να μαθαίνει μέσα από τη δοκιμή, το λάθος, την ανταμοιβή.
Θα καταφύγει στα βιβλία, στις ειδήσεις, σε όσα ακούει από συγγενείς και φίλους.
Μόνο όποιος έχει την εμπειρία του πόνου, ξέρει τι είναι ο πόνος.
Μόνο όποιος έχει ζήσει την αγάπη, ξέρει τι σημαίνει.
Μόνο όποιος έχει δοκιμάσει να περπατήσει και έχει πέσει ξέρει τι σημαίνει να έχεις πέσει και να σηκωθείς ξανά και να περπατήσεις.

Πηγή

Τρεις άνθρωποι εργάζονταν σε μια οικοδομή.
Όλοι είχαν την ίδια δουλειά.
Πλησίασα.
«Καλημέρα» είπα χαμογελώντας. «Καλή δύναμη!»
Δίχως να σταματήσουν μου ανταπέδωσαν τον χαιρετισμό.
«Καλημέρα» είπαν.
«Τι κάνετε εδώ;» τους ρώτησα.
O πρώτος είπε: «Εγώ σπάω πέτρες…»
O δεύτερος είπε: «Εγώ βγάζω το ψωμί μου…»
O τρίτος είπε: «Εγώ βοηθάω να χτιστεί ένα κέντρο αστέγων…»
Απομακρύνθηκα απορώντας και θαυμάζοντας για το μεγαλείο της Αλήθειας.

Πηγή

«Χριστός Ανέστη!» είπε και ύψωσε το ποτήρι του στον αέρα, σαν σημαία, σαν λάβαρο.
«Αληθώς ο Κύριος!» απάντησαν οι υπόλοιποι και ύψωσαν κι αυτοί το ποτήρι τους για να ανταμώσουν το σινιάλο του Γιώργου.
Το φως λαμπύριζε καθώς σπάθιζε το κατακόκκινο κρασί. Διαμάντια σπινθίριζαν πάνω στο γυαλί.
Αφού απόθεσαν τα ποτήρια τους στο τραπέζι κάποιος είπε ένα χωρατό, άλλοι γέλασαν, άλλοι σχολίασαν και άλλοι έμειναν σιωπηλοί για να ακούσουν καθαρά τον χτύπο στην πόρτα.
«Ποιος να είναι τέτοιαν ώρα;» ρώτησαν. «Όλοι είμαστε εδώ!».
«Φαίνεται πως δεν είμαστε…» είπε ο Γιώργος και μαζί με την σύντροφό του τράβηξαν κατά την εξώπορτα.
Κοιτούσε ο ένας τον άλλον. Σώπασαν τα χωρατά. Παράτησε το φως τα παιχνιδίσματά του.
Στο άνοιγμα της πόρτας στεκόταν το ζευγάρι των αστέγων της γειτονιάς. Λίγο καιρό πριν ο Γιώργος και η γυναίκα του έτρωγαν στο σπίτι τους. Τώρα στέκει μόνο, σαν πεθαμένο.
«Ελάτε, περάστε! Ο Χριστός αναστήθηκε!» είπε ο Γιώργος.
«Κοπιάστε στο τραπέζι μας!» είπε η γυναίκα του δίχως να ρωτήσει τίποτα άλλο.
«Βλέπετε πως δεν είμασταν όλοι;» χαμογέλασε πλατιά καθώς τακτοποιούσε για να συν-χωρέσουν όλοι.
«Τελικά στο τραπέζι, και κυρίως στο αναστάσιμο, ποτέ δεν είμαστε όλοι. Πάντα κάποιος θα λείπει και τον περιμένουμε…» σχολίασε κάποιος.
«Για να μη το προχωρήσω προτείνοντας να πάρουμε την μερίδα του και θα βγούμε να τον συναντήσουμε εμείς» συμπλήρωσε άλλος.
Τα μάτια συνέχισαν την κουβέντα. Δίχως λόγια περιττά.
«Χριστός Ανέστη» ξαναύψωσαν όλοι μαζί τα ποτήρια τους τούτη τη φορά.

Πηγή

«Άντε βρε κορίτσι μου να βγεις καμιά βόλτα! Αράχνιασες εδώ μέσα όλη την ώρα!»
Αυτή ήταν η μόνιμη γκρίνια στο σπίτι τον τελευταίο καιρό.
Η Αντριάνα δίχως να απαντήσει κουλουριαζόταν πιο πολύ πάνω στο κρεβάτι της, τακτοποιούσε τα ακουστικά στα αυτιά της και χανόταν στο σκοτάδι. Το δωμάτιο κάποτε είχε παράθυρα. Τώρα οι γέφυρες για να περάσει το φως έχουν γκρεμιστεί. Στη θέση τους θυμωμένα παντζούρια υπερασπίζουν την απομόνωση.
«Τι έχεις παιδάκι μου; Γιατί δε μας μιλάς;» παρακαλούσε η μάνα.
Ο πληθυντικός ήταν απο συνήθεια. Η αλήθεια είναι ότι στο σπίτι κυριαρχούσε ο ενικός.
Εδώ και λίγα χρόνια. Ένας γονιός κοντά. Ο άλλος μακριά.
«Τι σου λείπει που δεν το έχεις;» αναζητούσε δρόμο να περάσει η μάνα.
Η σιωπή όμως την έδιωχνε από το δωμάτιο.
Η Αντριάνα ακόμα και στο σχολείο κουβαλούσε τη σιωπή της. Πιο βαριά από την τσάντα με τα δεκατέσσερα βιβλία και τα πέντε τετράδια.
Οι φίλοι βαρέθηκαν. Οι δάσκαλοι παραιτήθηκαν. Οι ψυχολόγοι έμειναν πολύ μακριά από την καρδιά της.
Η Μεγάλη Εβδομάδα δεν ήταν διαφορετική από την προηγούμενη. Απλά είχε όνομα.
Για την Αντριάνα η ζωή της τέλειωνε στον Επιτάφιο.
Μέχρι που το Μεγάλο Σάββατο ξαφνικά άνοιξε το παράθυρο του δωματίου της.
Στο κάδρο του φάνηκε ο πατέρας.
Έπεσε στην αγκαλιά του και αναστήθηκε το Φως της.

Πηγή

Κωνσταντίνος Κωστέλλας. Έτσι έλεγαν τον παππού. Και ήταν ήρωας. Και η φωτογραφία του δέσποζε στο σαλόνι του σπιτιού.
Από τότε που χτίστηκε τούτο το σπίτι, το πρώτο κάδρο που κρεμάστηκε καταμεσίς στον ολόλευκο τοίχο ήταν του παππού. Σαν θεμέλιο. Σαν ευχή.
«Αυτός εκεί που βλέπετε...» ήταν το σκαλοπάτι για να ανέβει στο βάθρο ο κυρ Δημήτρης και να εξιστορήσει για χιλιοστή φορά τα κατορθώματα του παππού. Τι πόλεμο, τι στενάχωρα χρόνια, τι κατορθώματα.
Όλοι οι φίλοι του είχαν ακούσει τα ιστορήματα αυτά χίλιες φορές. Δεν χόρταιναν να τον βλέπουν να τα εξιστορεί για χιλιοστή πρώτη. Τους καθήλωναν τα δάκρυά του. Τιμή και καμάρι.
Κάθε φορά που χρειαζόταν να βαφτεί το σπίτι όλη του η έγνοια ήταν το κάδρο του παππού. Η ιστορία του. Ο λόγος για να ζει.
Μεγάλη Παρασκευή ήταν όταν ήρθε η ώρα να φύγουν.
Δεν θα πήγαιναν για προσκύνημα. Ούτε για εκκλησιά.
Τους σκλάβωσε η προσφυγιά.
Το βιος τους το πήραν άλλοι. Με το έτσι θέλω. Όπως προστάζει ο νόμος του δυνατού.
Ο κυρ Δημήτρης αποκαθήλωνε το κάδρο του παππού την ίδια ώρα που ο ιερέας σε κάποιο ναό αποκαθήλωνε το σώμα του Ιησού.
Λευκό σεντόνι τύλιξε τις μνήμες, την ιστορία. Αντί για μύρο ο κυρ Δημήτρης το πότισε με δάκρυα. Το μύρο της ψυχής του.
Στα κατάβαθα της βαλίτσας ευλαβικά, σαν σε τάφο βρέθηκε η φωτογραφία του Κωνσταντίνου Κωστέλλα.
Θα ξανάβλεπε το φως του ήλιου στην καινούργια πατρίδα τώρα πια.

Πηγή
«Τώρα που αρρώστησες δεν θέλω να στεναχωριέσαι καθόλου!» του είπε και του χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά.
Εκείνος ανήμπορος σα να βυθίζεται σε κινούμενη άμμο. Πετάρισε τα βλέφαρά του δυο τρεις φορές πασχίζοντας να δει πιο καθαρά το πρόσωπο της γυναίκας του.
«Τι θα απογίνουν τα παιδιά;» τη ρώτησε.
Εκείνη του χάρισε ένα καθησυχαστικό χαμόγελο.
«Τα έχεις φροντίσει όλα καλέ μου!» του είπε.
«Όλα;» ρώτησε αυτός «Πώς;»
Του έφερε κοντά στο πρόσωπό του μερικές πυκνογραμμένες κόλλες χαρτιού γεμάτες υπογραφές και χαρτόσημα.
«Αυτό είναι το δώρο σου γι' αυτά.» του είπε. «Το μόνο που λείπει είναι η συγκατάθεση σου» και του έβαλε στο χέρι ένα στυλό.
Με τρεμμάμενο χέρι εκείνος υπέγραψε τη διαθήκη.
Εκείνη την ώρα περνούσε ο γιατρός πίσω από την πόρτα. Κοίταξε την γυναίκα ερωτηματικά, εκείνη του έγνεψε καταφατικά και αποτέλειωσε το φιλί στο μάγουλο του άνδρα της. Όλο γλύκα, σαν δηλητήριο.
Σχεδόν κανείς δεν άκουσε την τρέμαμενη σκέψη του, γεμάτη παράπονο:
«Με φίλημα προδίδεις την αγάπη μας;»

Πηγή

«Κορόιδο!» «Ε, κορόιδο!» τον ανέβαζαν για να τον κατεβάσουν στα υπόγεια της ψυχής του.
Λίγο ακόμα και δεν θα θυμόταν κανείς το όνομά του. Το βαφτιστικό του.
Αριστοτέλης. Έτσι είχε παραγγείλει ο παππούς. Το είχε λέει ταμένο στον φιλόσοφο.
Ξεχάστηκε το τάμα, ξεχάστηκε ο Αριστοτέλης.
Το μόνο που είχε μείνει να θυμίζει τον παππού ήταν η καθαρή ματιά. Μόλις αντίκρυζες τα μάτια του καθρεφτιζόταν το μέσα σου.
Ο Αριστοτέλης από τότε που πήγαινε στο σχολείο ήταν ο αγαθός της παρέας.
«Μου δίνεις να αντιγράψω τα Αρχαία;» ο ένας.
«Δώσε μου τη Φυσική» ο άλλος.
Και κανένας δεν ήθελε τον Αριστοτέλη για παρέα.
Αγαπούσαν την δουλειά του και όχι εκείνον.
Στην εταιρεία που εργαζόταν οι συνάδελφοί του λες και ποτέ δεν αποφοίτησαν από το σχολείο. Λες και ήταν οι συμμαθητές του. Μόνο πιο απαιτητικοί.
«Το Σαββατοκύριακο να κάνεις τους ελέγχους μου» απαιτούσαν.
Δίχως να ελέγξει κανείς αν είχε κάποια ανάγκη ο Αριστοτέλης.
Η Μεγάλη Τετάρτη ήταν η παρηγοριά του. Κάθε χρόνο άκουγε διψασμένος την διήγηση για το πώς ο Χριστός έπλυνε τα πόδια των μαθητών του. Παραγγελία ήταν να κάνουν κι εκείνοι το ίδιο. Ο Αριστοτέλης το πήρε προσωπικά. Δίχως να γκρινιάζει πια. Στην αρχή μόνο του κακοφαινόταν. Ύστερα σκέφτηκε:
«Μόνο έτσι μπορούμε να πούμε οτι ζούμε στ' αλήθεια. Μόνο όταν ο ένας παραστέκεται στον άλλον».
«Μη γίνεσαι κορόιδο» του έλεγαν όσοι δήλωναν πως τον αγαπούσαν. «Κράτα κάτι και για σένα».
«Δεν έχω τίποτα δικό μου, κανένας δεν έχει» τους έλεγε.
Τίποτα δεν ήθελε. Ίσως σχεδόν τίποτα. Ίσως θα ήθελε να γίνουν δυο. Δυο που να παραστέκονται. Για να μπορούν μετά να γίνουν άλλοι τόσοι κι ακόμα πιο πολλοί.
 

Πηγή

Δεν περνάει μέρα που να μην σηκώνεται στο σπίτι κουρνιαχτός από τη μάχη μεταξύ πατέρα και γιου. Στην πρώτη εφηβεία ο γιος στην δεύτερή του ο πατέρας. Κονταροχτυπιούνται. Ποιος θα αντέξει πιο πολύ. Ποιος θα φανεί στα μάτια του άλλου ο πιο δυνατός. Κι ας πέφτουν τα παραπλανητικά τεχνάσματα βροχή.
"Το καλό σου θέλω βρε κουφιοκέφαλε, γιατί δεν το καταλαβαίνεις;"
Το οχυρό του γιου, του Αλέξανδρου, καλά κρατεί!
Στον "πόλεμο" αυτόν επιστρατεύονται κι άλλα όπλα. Προσβολές. Ενοχές. Ένα σωρό.
"Δεν λυπάσαι κανέναν εσύ! Ούτε τη μάνα σου που τρέχει από τα χαράματα για να μη σου λείψει τίποτα, ούτε τον πατέρα σου. Ντροπή γάιδαρε! Να ζητήσεις συγνώμη για τις στεναχώριες που φορτώνεις τους γονείς σου! Αλλά πού! Πού να ξέρεις εσύ τι θα πει συγνώμη! Αναίσθητε!"
Ούτε λόγος για συγνώμες, για συγχώρεση. Ούτε λόγος για αγάπη που ενώνει. Αυτά θα ήταν σημάδια ήττας. Δεν ήταν για πολεμιστές σαν τον πατέρα του.
Οταν σήμερα Μεγάλη Τρίτη επέστρεψε εκείνος από τη δουλειά του, βρήκε στο προσκεφάλι του το παρακάτω γράμμα:
"Μπαμπά, συγχωρώ θα πει κάθε στιγμή να θυμάμαι πως κανένας δεν είναι τέλειος.
Πως ο καθένας μας μπορεί να γλιστρήσει και να πέσει ενώ στ' αλήθεια θέλει πολύ να παραμείνει όρθιος.
Πως ο καθένας μας λέει πράγματα που ευχόμασταν να μην τα έχει πει.
Πως όλοι μπορεί να ξεχάσουμε ότι πιο μεγάλη σημασία έχει να αγαπάς παρά να διεκδικείς το δίκιο σου.
Συγχωρώ θα πει πως οι άνθρωποι είμαστε πιο σημαντικοί από τα λάθη μας.
Πως είμαστε συχνά γεμάτοι συμπόνοια για τα σφάλματα των άλλων ώστε να είμαστε συμπονετικοί στα λάθη τα δικά μας.
Συγχωρώ θα πει πως έχω στην καρδιά μου χώρο για να ξεκινήσω ξανά και ξανά και ξανά και ξανά…"
Αλέξανδρος.

Πηγή

Είναι καιρός τώρα που η ζωή της έπαψε να την καλημερίζει τα πρωινά με κείνο το καθησυχαστικό χαμόγελο.
Παλιά με το που άνοιγε τα μάτια της, η ζωή ήταν εκεί να την πάρει από το χέρι και να την ταξιδέψει. Τελευταία όμως φαίνεται πως οι δυο τους δεν τα πάνε καλά. Οπως και με την σχέση της με το Νίκο. Πως έγιναν έτσι; Αυτοί που ήταν παράδειγμα για τους συγγενείς και φίλους. Οπου πήγαιναν όλοι στα κρυφά η στα φανερά τους είχαν για πρότυπο.
"Κοίτα πως αγαπιούνται" ο ένας.
"Στα μάτια την κοιτάει" ο άλλος.
"Αυτοί είναι γραμμένο να ζήσουν όλη τη ζωή τους μαζί" τρίτωσε το… κακό.
"Προσέχετε σας ζηλεύουν" είπε η μάνα του Νίκου και το ζευγάρι μαζεύτηκε. Μαζεύτηκε τόσο όμως που έμοιαζε με το ρούχο που μίκρυνε στη πλύση και δεν είναι να φορεθεί πια.
Ετσι κι η αγάπη τους.
"Δεν είχα καταλάβει πόσο εγωίστρια είσαι!" της είπε ο Νίκος.
"Ούτε κι εγώ πόσο αδιάφορος είσαι εσύ!" του είπε εκείνη.
Την Μεγάλη Δευτέρα όταν άκουσαν για το περιστατικό με την συκιά και τον Χριστό σαν κάτι να κατάλαβαν. Περνούσε λέει Εκείνος από ένα δρόμο με συκιές, πλατυφυλες. Πεθύμησε να φάει καρπό. Δεν βρήκε ούτε έναν. Εχασε την ομορφιά του το δένδρο. Στ αλήθεια ποτέ δεν την είχε.
Ενα δένδρο δεν είναι απαραίτητο επειδή είναι όμορφο να βγάζει και νόστιμους καρπούς. Χρειάζεται κόπο και φροντίδα. Εκεί ανάμεσα βρίσκεται η αληθινή ομορφιά.
Οταν αποφάσισε να του τηλεφωνήσει το βράδυ, ο Νίκος βρισκόταν ήδη στην εξώπορτά της.

Ήταν μεσημέρι όταν χτύπησέ το τηλέφωνο.
Στην άλλη άκρη της γραμμής, ο γιός του ζευγαριού που επέστρεφε από το πόλεμο
"Ακούστε", είπε στους γονείς του, "θέλω να μου κάνετε μια χάρη, μια μεγάλη χάρη. Έχω ένα φίλο, πολεμήσαμε μαζί και θέλω να τον φέρω στο σπίτι."
"Και το ρωτάς"; είπαν με ένα στόμα αυτοί.
" Ναι αλλά έχει ένα πρόβλημα. Έπεσε σε νάρκη σε μια μάχη, και έχει χάσει το ένα χέρι και το ένα πόδι του. Δεν έχει που να μείνει. Τι λετε;"
-"Θα του βρούμε εμείς ένα μέρος", λέει ο πατέρας.
"Όχι, αυτό δεν γίνεται, θα ήθελα να μείνει μαζί μας".
" Γιε μου, αυτό είναι πολύ δύσκολο. Ένας τέτοιος άνθρωπος θα ήταν εμπόδιο στη ζωή μας. Θα πρέπει να τον φροντίζουμε. Έχουμε όμως ήδη τα δικά μας προβλήματα και δεν μπορούμε να αναλάβουμε μαι τέτοια δέσμευση."
Σε αυτό το σημείο, ο γιος έκλεισε το τηλέφωνο. Δεν τους ξανατηλεφώνησε για καιρό.
Ένα πρωινό, τους κάλεσε η αστυνομία.
"Θα πρέπει να περάσετε από δω για να αναγνωρίσετε ένα πτώμα. Μάλλον πρέπει να είναι ο γιος σας", τους είπαν.
Βουτηγμένοι στη θλίψη, έσυραν τα βήματα τους μέχρι το στο νεκροτομείο. Προς μεγάλη τους έκπληξη τότε είδαν ότι ο γιος τους είχε ένα πόδι και ένα χέρι…

Πηγή: Ο παγκόσμιος δάσκαλος ο Πόνος που διδάσκει σε όλα τα μήκη και τα πλάτης της Γης

Υπενθύμιση: Ο Χριστός δεν εγκατέλειψε το φίλο του το Λάζαρο. Ελπίζω ούτε κι εμείς ο ενας τον άλλον.
 

Η συνεισφορά μου στην σημερινή παγκόσμια μέρα παιδικού βιβλίου με αφορμή τη γέννηση του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν.
Ενα παραμύθι από τα μέρη μου...

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ορφανός τσομπανάκος.

Μπορεί να είχε ξεχάσει πολλά από τους γονείς του, όμως θυμόταν τα λόγια της προσευχής που του είχαν μάθει:
«Θεέ μου μη με ελεήσεις».

Ζούσε σαν τους γονείς του, συντροφιά με τα αρνιά και τη φλογέρα του. Κάθε βράδυ σταύρωνε το προσκέφαλό του και έλεγε την προσευχή του:
«Θεέ μου μη με ελεήσεις».

Γράμματα δεν ήξερε καθόλου.

Μια χειμωνιάτικη μέρα είχε κακό καιρό. Δυνατός αγέρας ξερίζωνε τα δένδρα. Σε μια σπηλιά μαζί με τα αρνιά του καθόταν και περίμενε να περάσει η κακοκαιρία. Ξαφνικά έγινε σωστός χαλασμός. Ο τσομπανάκος σηκώθηκε και αγνάντευε το αφρισμένο πέλαγος.

Μέσα σε εκείνη την αντάρα, παρατήρησε ένα βαπόρι που κινδύνευε. Ο μικρός αποφάσισε να κατέβει κάτω για να βοηθήσει κανέναν ναυαγό. Φροντίζει να ασφαλίσει τα αρνιά και κατηφορίζει. Ομως το βαπόρι δεν γλύτωσε. Τσακίστηκε στα βράχια. Οι ναυαγοί ευτυχώς σώθηκαν. Εκείνοι χάρηκαν που τον είδαν. Τους είπε να μη χάνουν την ελπίδα τους γιατί όλο και κάποιο βαπόρι θα περνούσε από τα μέρη αυτά και θα τους πάρει.

Τους ανεβάζει στην σπηλιά και τους περιποιήθηκε όσο μπορούσε καλύτερα. Τους φίλεψε με ό,τι είχε. Οι ναυαγοί ευχαριστήθηκαν και είπαν πως ο Θεός τους λυπήθηκε και τους έστειλε αυτόν τον τσομπανάκο.

Ενας παπάς που ήταν μέσα στους ναυαγούς, άκουσε τον μικρό να προσεύχεται το βράδυ λέγοντας
«Θεέ μου μη με ελεήσεις».

Τον μάλωσε. Τον συμβούλεψε να λέει
«Θεέ μου ελέησε τον κόσμο και εμένα»

«Κρίμα» είπε ο μικρός, «να μην μου το μάθει αυτό η μάνα μου». Βάλθηκε λοιπόν να μάθει αυτή την καινούργια προσευχή μέχρι που αποκοιμήθηκε ευτυχισμένος. Αυτό συνεχίστηκε για τρεις μέρες.

Την τρίτη αυγή ένα βαπόρι φάνηκε στον ορίζοντα.
Τρέχουν. Ανάβουν φωτιά για σινιάλο.

Τους βλέπουν από το βαπόρι και σε λίγο έρχεται η βάρκα να τους πάρει.
Λίγοι λίγοι και προσεκτικά μπήκαν μέσα. Ευχαρίστησαν τον τσομπανάκο για όσα είχε κάνει γι' αυτούς και ανοίχτηκαν στη θάλασσα.

Ύστερα εκείνος επέστρεψε στην σπηλιά του.

«Ας πάνε λοιπόν στην ευχή του Θεού» μονολόγησε. Όμως στεναχωρέθηκε αμέσως, επειδή δεν θυμόταν την προσευχή που του είχε μάθει ο παπάς.

Οι βάρκες είχαν ήδη φτάσει στο καράβι. Ο τσομπανάκος άρχιζε να φωνάζει. Τον άκουσαν εκείνοι, αλλά δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα από τόση απόσταση. Εκείνος όμως έριξε την κάπα του στη θάλασσα και έκανε το ραβδί του κουπί. Ο μικρός όλο ζύγωνε και φώναζε:
«παπά, πώς είναι η προσευχή που μου έμαθες;»

Ο παπάς κατάπληκτος, χώρια που του φάνηκε πως είδε και φωτοστέφανο, του είπε
«Ο Θεός αγαπά την δική σου προσευχή. Αυτή που σου έμαθε η μάνα σου».

«Δεν θα σκάσω» είπε εκείνος και πήρε τον δρόμο της επιστροφής.

Από τότε ο μικρός τσομπανάκος ζούσε ευτυχισμένος λέγοντας την προσευχή που του είχε μάθει η μάνα του.

Ακόμα ζει καλά και ευτυχισμένα.

Πηγή

Ένας άνδρας βρήκε ένα κουκούλι μιας πεταλούδας.
Καθώς το παρατηρούσε κάποια μέρα εμφανίστηκε πάνω του ένα μικρό άνοιγμα, μια χαραμάδα.
Κάθισε και παρακολουθούσε την πεταλούδα για αρκετές ώρες, καθώς εκείνη προσπαθούσε να περάσει το σώμα της μέσα από το μικρό εκείνο άνοιγμα.
Ύστερα αυτή σταμάτησε. Δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο.
Ο άνδρας με την καλή καρδιά απόφάσισε να βοηθήσει την πεταλούδα.
Πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε μερικά κομμάτια από το κουκούλι.
Η πεταλούδα βγήκε εύκολα αλλά είχε πρησμένο σώμα και καχεκτικά φτερά.
Ο άνδρας συνέχισε να την παρακολουθεί, περιμένοντας οτι όπου ναναι τα φτερά της θα μεγαλώσουν και θα απλωθούν αρκετά για να στηρίξουν το σώμα.
Τίποτα δεν έγινε όμως.
Αντί να πετάξει, η πεταλούδα πέρασε την υπολοιπη ζωή της μπουσουλώντας εδώ κι εκεί, με κόπο.
Εκείνο που δεν κατάλαβε ο άνδρας μέσα στην κσλωσύνη και την βιασύνη του ήταν αυτό:
Το κουκούλι που αντιστέκονταν και η προσπάθεια που χρειαζόταν από την πεταλούδα να περάσει μέσα από το άνοιγμα ήταν ο τρόπος να πιέσει το υγρό από το σώμα μέσα στα φτερά, ώστε αυτά να είναι έτοιμα για να πετάξουν όταν θα το κατάφερνε αυτό.

Μερικές φορές οι προσπάθειες είναι ακριβώς αυτό που χρειαζόμαστε στη ζωή μας.
Περνώντας μέσα από τη ζωή δίχως εμπόδια να μας ταλαιπωρούν δεν θα είμασταν τόσο δυνατοί όσο θα έπρεπε και δεν θα πετούσαμε ποτέ.

Πηγή: Η εμπειρία μας στα μήκη και τα πλάτη της βιωτής.

Πρωί πρωί χτύπησε η πόρτα του δωματίου της
"Ωχ!" ήταν η λέξη που βγήκε από το στόμα της μαζί με τον αναστεναγμό. Είχε μάθει πως όταν χτυπάει η πόρτα και το τηλέφωνο, εννιά στις δέκα είναι για κακό.
"Καλημέρα" ακούστηκε η φωνή της μάνας. "Θέλεις να σηκωθείς να πάμε για ένα καφέ; Θέλω να σου πω…"
"Γιατί; Τι έγινε;" ρώτησε εκείνη πνιγμένη στην αγωνία
"Ντύσου να πάμε και θα σου πω.." την σταμάτησε η μάνα
"Δεν γίνεται να πιούμε εδώ τον καφέ και να μου πεις;"
"Προτιμώ κάπου έξω…" είπε σιγανά η μάνα
Δεν άργησαν να φτάσουν στην καφετέρια της γειτονιάς.
"Λοιπόν;" κρεμάστηκε από τα χείλη της η κόρη
Η μάνα την αγκάλιασε την κοίταξε στα μάτια και της είπε
"Πούλησα το σπίτι!"
Τα δευτερόλεπτα σιωπής κύλησαν μέσα στα δάκρυα της κόρης
"Ύστερα από τριάντα χρόνια κόπων και θυσίας; Γιατί;"
"Δεν γινόταν αλλιώς Μαρινάκι μου" της χάιδεψε τα μαλλιά. "Θα μείνουμε με τη γιαγιά! Θα βολευτούμε…"
Τα μάγουλα της κόρης κοκκίνησαν. Εβλεπε τα μάτια της μάνας πως κάτι ήθελαν ακόμα να πουν και περίμενε
"Είναι και κάτι άλλο…" το αποφάσισε η μάνα "Να…προς το παρόν…μέχρι να έρθουμε στα ίσια μας…θα πρέπει να…διακόψεις το Πανεπιστήμιο και να δουλέψεις για λίγο καιρό στο σούπερ μάρκετ του κυρ Κώστα. Του μίλησα τις προάλλες και λέει να πας…Τα χρέη του πατέρα σου Μαρινάκι μου είναι μεγάλα…Ομως θα δεις…όλα θα πάνε καλά…θα δεις…"
Ξέσπασε σε κλάματα η κόρη. Δεν μπόρεσε να κρατηθεί άλλο.
Κάποιος από το διπλανό τραπέζι σηκώθηκε. Την πλησίασε. Προσπάθησε να την ηρεμήσει.
Πάντοτε πίστευε η Μαρίνα οτι το κλάμα είναι σημάδι αδυναμίας και ζήτησε συγνώμη για τη σκηνή που δημιούργησε.
"Κορούλα μου" της είπε η μάνα χαιδεύοντας της τα μαλλιά "το κλάμα δεν είναι αδυναμία. Είναι σημάδι οτι έχουμε τη δύναμη να αποδείξουμε οτι είμαστε άνθρωποι!"

Πηγή
Ξυπνώ.
Διαλέγω προσωπείο.
Κοιτάζομαι στο καθρέφτη.
Αλλάζω προσωπείο.
Συναντιέμαι με την οικογένεια μου.
Αλλάζω προσωπείο.
Ακούω τα προβλήματα τους.
Αλλάζω προσωπείο.
Βγαίνω στο δρόμο, πάω στη δουλειά.
Αλλάζω προσωπείο.
Συναντώ φίλους, μιλώ με συναδέλφους και αφεντικά.
Αλλάζω προσωπείο.
Γυρίζω στο σπίτι.
Αλλάζω προσωπείο.
Πριν κοιμηθώ σκουπίζω τα δάκρυα μου.
Αλλάζω προσωπείο.
Κοιμάμαι.
Δεν είμαι ηθοποιός.
Απλός κομπάρσος.

Πηγή
Στο αγρόκτημά του ο μπαρμπα Κώστας είχε ένα γέρικο άλογο που τον βοηθούσε στις δουλειές του λιβαδιού.
Κάποια μέρα δραπέτευσε το άλογο και έφυγε κατα τους λόφους. το έμαθαν οι γείτονες και πέρασαν να δώσουν κουράγιο στον μπαρμπα Κώστα.
"Τι κακοτυχία ήταν αυτή γείτονα;" του είπαν.
"Κακοτυχία; Καλοτυχία; Ποιος ξέρει;"
Πέρασε μια βδομάδα και το άλογο επέστρεψε με ένα κοπάδι άγρια άλογα από τους λόφους. Κι αυτή τη φορά πέρασαν οι γείτονες να τον συγχαρούν.
"Αυτό θα πει καλοτυχία!" του είπαν. "Είδες που δεν πρέπει να στεναχωριέσαι;"
"Καλοτυχία; Κακοτυχία; Ποιος ξέρει;"
Ο γιος του μπαρμπα Κώστα βλέποντας τόσα άλογα γύρεψε μια μέρα να δαμάσει ένα από αυτά. Ομως έπεσε άσχημα και έσπασε το πόδι του. Όλοι απογοητεύτηκαν με την κακοτυχία του παιδιού.
Οχι όμως και ο μπαρμπα Κώστας.
"Κακοτυχία; Καλοτυχία; Ποιος να ξέρει;" έλεγε.
Δεν πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες και κηρύχτηκε πόλεμος. Γενική επιστράτευση. Πέρασαν κι από το χωριό να πάρουν όλους τους νέους στο στρατό. Μόλις όμως είδαν οτι ο γιος του αγρότη ήταν στο κρεβάτι με το πόδι στο γύψο τον άφησαν κι έφυγαν.
Αυτό τώρα ήταν καλοτυχία; Κακοτυχία; Ποιος ξέρει;

Πηγή
Τα παλιά χρόνια κάποιος βασιλιάς είχε βάλει ένα μεγάλο βράχο στη μέση του κεντρικού δρόμου. Ο ίδιος κρύφτηκε εκεί γύρω για να δει αν κάποιος θα μετακινούσε τon ογκόλιθο.
Μερικοί βασιλικοί έμποροι, οι πιο πλούσιοι της χώρας καθώς και δικαστές πέρασαν από το δρόμο. Δεν σταμάτησαν καθόλου αλλά προσπέρασαν γύρω από τον ογκόλιθο και συνέχισαν την πορεία τους. Αρκετοί από αυτούς κατηγόρησαν μάλιστα τον βασιλιά που δεν προσέχει τους δρόμους και τους έχει αφήσει ακάθαρτους. Κανένας τους όμως δεν μπήκε στο κόπο να τον μετακινήσει.
Τότε φάνηκε ένας αγρότης που κουβαλούσε ένα σάκο με λαχανικά. Μόλις πλησίασε το εμπόδιο, αφήσε τα λαχανικά στο χώμα και προσπάθησε να μετακινήσει το βράχο προς την άκρη του δρόμου. Για πολλή ώρα έσπρωχνε, τραβούσε, ίδρωσε κουράστηκε και τελικά τα κατάφερε. Την ώρα που πήγε να ξαναπάρει το φορτίο με τα λαχανικά του παρατήρησε οτι στη θέση που ήταν ο ογκόλιθος τώρα υπήρχε ένα πορτοφόλι γεμάτο με χρυσά νομίσματα και με ένα σημείωμα από τον Βασιλιά που έλεγε οτι το χρυσάφι ήταν για κείνον που θα μετακινούσε το βράχο.
Ο χωρικός έμαθε αυτό που πολλοί από μας ποτέ δεν θα μάθουμε. Οτι δηλαδή κάθε εμπόδιο είναι μια ευκαιρία για να βελτιώσουμε την κατάστασή μας.

Πηγή
Κάποια φορά περπατούσαν στην όχθη της λίμνης ένας σοφός δάσκαλος με τους μαθητές του. Οπως κάθε μέρα τούτη η ώρα ήταν αφιερωμένη στην συζήτηση μα και τη σιωπή. Ο δάσκαλος είχε μεγάλη ικανότητα να συνταιριάζει τα δυο αυτά αταίριαστα και αδάμαστα άλογα του νου.
Πέρασε λίγη ώρα που ήταν καθισμένοι όλοι μέσα στη σκιά ενός φιλόξενου δένδρου.
«Πάρε αυτή τη κούπα και πήγαινε να φέρεις νερό» λέει σε έναν μαθητή του.
Ο μαθητής πρόθυμα παίρνει τη κούπα και κατευθύνεται στη λίμνη. Προς μεγάλη του λύπη όμως από το περπάτημα του, είχε ανακατωθεί η άμμος και το χώμα και το νερό. Δεν μπορούσε να βρει καθαρό νερό. Γύρισε άπραγος.
«Γιατί έφερες πίσω άδεια τη κούπα;» τον ρώτησε ο δάσκαλος.
«Ήταν βρώμικο το νερό» απολογήθηκε εκείνος.
Πέρασε λίγη ώρα και τον ξαναστέλνει.
Στην προσπάθεια του να τα καταφέρει αυτή τη φορά ο μαθητής έτρεξε στη λίμνη, μα και πάλι δεν κατάφερε κάτι. Το νερό ήταν πάλι βρώμικο.
Επέστρεψε. Τον ξαναστέλνει για τρίτη φορά.
Ο μαθητής αυτή τη φορά πλησίασε τη λίμνη αργά. Στάθηκε στην ακτή. Περίμενε. Εσκυψε τότε και είδε πως τα νερά ήταν κρυστάλλινα. Πεντακάθαρα. Γέμισε τη κούπα. Χαρούμενος και περήφανος επέστρεψε στο δάσκαλο του.
«Είδες λοιπον πως καθάρισε το νερό; Δεν το τάραξες. Η λάσπη, το χώμα, κατακάθισαν και θα μπορέσουμε να πιούμε. Το ίδιο συμβαίνει και με το νου μας. Οσο τον πιέζουμε τόσο θολώνει. Στα δύσκολα, παίρνουμε απόσταση και περιμένουμε να καταλαγιάσει.»
«Οταν δεν το καταφέρνουμε;» ρώτησε κάποιος άλλος μαθητής.
«Τότε πλημυρίζουν τα μάτια και η ψυχή μας με δάκρυα, αδέρφια του νερού, για να μας θυμίζουν πως έχουμε να το προσπαθήσουμε» απάντησε ο δάσκαλος κοιτώντας ίσια, στην καρδιά της λίμνης.

Πηγή

Σε κάποιον πίνακα του 1515 ενός άγνωστου Φλαμανδού ζωγράφου, απεικονίζεται ένας άγγελος που έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός ατόμου που πάσχει από αυτό το σύνδρομο.

Η μελέτη παρουσιάστηκε σε έγκριτα ιατρικά περιοδικά[1], για να αποδειχθεί οτι ενώ η ασθένεια ήταν γνωστή από παλιά, εμείς την ανακαλύψαμε πρόσφατα.

Όπως ίσως ανακαλύψαμε και τον θησαυρό των συναισθημάτων που έχουμε προς τον συνάνθρωπο.

Το λέω αυτό, για να πω με άλλα λόγια ένα μεγάλο ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου, στην Έλσα και στον Αντώνη. Ένα ζευγάρι που, εμένα τουλάχιστον, μου διδάσκει τη ζωή. Η συνειδητή απόφασή τους να φέρουν στον κόσμο την Μαίρη, ένα κοριτσάκι με σύνδρομο Ντάουν, και να μην το σκοτώσουν, τους καταξιώνει και τους κατατάσσει στον χώρο των ανθρώπων.

Η Μαίρη είναι το λουλούδι τους, το οποίο διδάσκει στον αδελφό του, στους γονείς του και σε μας, τι σημαίνει να είναι κανείς άγγελος με σύνδρομο Ντάουν.

Πηγή

[1] Andrew S. Levitas and Cheryl S. Reid. "An Angel with Down Syndrome in a Sixteenth Century Flemish Nativity Painting." American Journal of Medical Genetics 116 (2003), σελ. 399–405, εικ. 1–3
Μια μέρα ένας ποντικός κοίταξε βιαστικά έξω από την φωλιά του και τι να δει: Ο αγρότης και η γυναίκα του άνοιγαν κάποιο δέμα.
«Τι να έχει εκεί μέσα;» αναρρωτήθηκε το ποντίκι. Τον έκαιγε η περιέργεια να μάθει. Ξαφνικά άστραψε μπροστά του η αλήθεια:
«Μια ποντικοπαγίδα!»
Γύριζε σε όλη τη φάρμα ο ποντικός διαδίδοντας τη προειδοποίηση:
«Υπάρχει ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Υπάρχει ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Η κότα έσκαψε δυο τρεις φορές ακόμα το χώμα με το ράμφος της, σήκωσε το κεφάλι της και είπε:
«Κύριε Ποντικέ! Ασφαλώς αυτό είναι μια θανατηφόρα προειδοποίηση για σένα αλλά δεν αφορά και σε μένα. Προσωπικώς δεν με ενδιαφέρει καθόλου!
Το ποντίκι έτρεξε στο γουρούνι και του είπε:
«Υπάρχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Το γουρούνι έδειξε κατανόηση, αλλά είπε:
«Λυπάμαι αγαπητέ μου αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο από την προσευχή. Να είσαι σίγουρος οτι θα συμπεριλάβω κι εσένα σε αυτήν»
Υστερα το ποντίκι στράφηκε στην αγελάδα και της είπε:
«Υπάρχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Η αγελάδα είπε:
«Τι μου λέτε αγαπητέ! Είναι πολύ λυπηρό για σένα αλλά εμένα δεν μου καίγεται καρφί»
Έτσι το ποντίκι γύρισε απογοητευμένο στη φωλιά του, αποφασισμένο ωστόσο να παλέψει με την ποντικοπαγίδα του αγρότη με τις δικές του δυνάμεις.
Την επόμενη νύχτα ακούστηκε κάποιος θόρυβος μέσα στο σπίτι. Σαν να είχε αρπάξει η ποντικοπαγίδα τη λεία της. Η γυναίκα του αγρότη βιαστικά έτρεξε να δει τι ήταν το θήραμα Μέσα στο σκοτάδι δεν μπόρεσε να διακρίνει οτι στην παγίδα είχε πιαστεί η ουρά ενός δηλητηριώδους φιδιού. Το φίδι μέσα στον φόβο του τσίμπισε την γυναίκα. Ο αγρότης μόλις είδε τι είχε συμβεί, αρπάζει τη γυναίκα του και την τρέχει στο νοσοκομείο. Οταν γύρισαν αργότερα η γυναίκα είχε ακόμα πυρετό.
Το καλύτερο φάρμακο για τον πυρετό δεν είναι άλλο από την κοτόσουπα. Ετσι ο αγρότης πήγε στο κοτέτσι για να φέρει το βασικό συστατικό αυτής της σούπας.
Η γυναίκα του ωστόσο δεν έλεγε να καλυτερεύσει κι έτσι όλο και περισσότεροι περνούσαν από το σπίτι για να τη δουν. Χρειαζόταν περισσότερο φαγητό. Ηρθε η σειρά του γουρουνιού. Στο τέλος η γυναίκα δεν άντεξε και πέθανε. Για τη κηδεία μαζεύτηκε πολύς κόσμος. Για να τους ταίσει όλους αυτούς ο αγρότης έσφαξε την αγελάδα.
Ο ποντικός τα έβλεπε όλα αυτά από τη φωλιά του και η ψυχή του ήταν πολύ θλιμμένη.
Την επόμενη φορά παιδιά μου, συμβούλευε τα ποντικάκια του, που κάποιος θα σας φέρει ένα πρόβλημα, μη του πείτε οτι δε σας νοιάζει, αλλά να θυμάστε πως όταν κάποιος από μας απειλείται, απειλούμαστε όλοι. Είμαστε μπλεγμένοι όλοι σ αυτό το ταξίδι που το λέμε ζωή. Πρέπει να έχουμε το νου μας ο ένας για τον άλλον και να κάνουμε ό,τι μπορούμε να δείνουμε θάρρος ο ένας στον άλλον. Ο καθένας από μας είναι ένα απαραίτητο κομμάτι στο πάζλ του συνανθρώπου.

Πηγή: Ο πλούτος της εμπειρίας μας καταγεγραμμένος και μοιρασμένος σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της ζωής.
 
Έχεις δει στον Μαραθώνιο τους αθλητές την ώρα που τρέχουν, πως περνούν από τα «τραπεζάκια» και με νερό δροσίζουν σώμα και ψυχή;
Τούτη την εικόνα κράτα για να φωτίσει την σημερινή Κυριακή.
Το μαργαριτάρι φέρε στο νου σου τώρα. Πως από κόκκος άμμου που ήταν, τραυμάτιζε το όστρακο, το χαράκωνε αργά, βασανιστικά. Για να πάρει εκείνο αξία. Πως έγινε αυτό;
Το νεογέννητο, ποιός οδήγησε στον κόσμο;
Απάντηση σε όλα είναι μια: ο Πόνος.
Στήριγμα και απαντοχή της ζωής , της αγάπης.
Δροσιά του αθλητή, αξία του μαργαριταριού, ζωή του ανθρώπου.
Τον Πόνο, δάσκαλο ονομάζει η σημερινή Κυριακή.
Τον λέει Σταυρό.
Σε προσκαλεί να τον σεβαστείς. Να τον δεχτείς. Ως νόημα στη ζωή.
Να μην μείνεις όμως εκεί. Όχι μόνιμα. Δεν είναι προορισμός ο πόνος. Πέρασμα είναι. Στάδιο.
Προορισμός είναι το μαργαριτάρι. Η ζωή και όχι οι ωδίνες του τοκετού.
Μόνο όσοι μαθητεύουν στον πόνο μπορούν να καταλάβουν.
Οι άλλοι θα παραπονεθούν, θα γκρινιάξουν, θα προσπεράσουν.
Εσύ θα πάρεις δύναμη από το φως για να αντέξεις το σκοτάδι στο τούνελ.
Ο Σταυρός έχει νόημα μόνο όταν υπάρχει Ανάσταση.
Καλή Κυριακή.

Πηγή
Ο κυρ Θόδωρος ήταν μαραγκός. Εκείνη τη μέρα έφτιαχνε κιβώτια για κάποια ανθρωπιστική οργάνωση. Μέσα εκεί θα έβαζαν ρούχα για να τα στείλουν σε κάποια απομακρυσμένα ορφανοτροφεία κάπου στην Αφρική. Οταν τέλειωσε τη δουλειά του αργά το απόγευμα, στο δρόμο για το σπίτι, έψαξε στις τσέπες του να βρει τα γυαλιά του. Ομως εκείνα είχαν γίνει άφαντα. Με το νου του προσπάθησε να θυμηθεί τις δουλειές που έκανε. Τότε κατάλαβε οτι είχαν πέσει μέσα σε κάποιο κιβώτιο, το οποίο αφού καρφώθηκε γερά ταξίδευε για την Αφρική.
Το έπιασε απελπισία. Είχε εφτά παιδιά. Είχε πληρώσει 100Ευρώ για τα γυαλιά αυτά εκείνο το πρωινό. Στη σκέψη οτι έπρεπε να φτιάξει άλλο ένα καινούργιο ζευγάρι τον έπιασε μεγάλος θυμός
"Αυτό είναι άδικο" φώναξε στο Θεό "Με βλέπεις που αγωνίζομαι, με βλέπεις που σου αφιερώνω χρόνο και χρήμα και εσύ τώρα μου κάνεις αυτό"
Πέρασαν αρκετοί μήνες από τότε.
Κάποια μέρα ο διευθυντής κάποιου ορφανοτροφείου επισκέφτηκε την Ελλάδα. Ηθελε να περάσει από τις οργανώσεις, τις ενορίες που υποστήριζαν την αποστολή του στην Αφρική.
Την Κυριακή πέρασε και από τα γραφεία της ανθρωπιστικής οργάνωσης στην οποία προσέφερε ο κυρ Θόδωρος. Τους μάζεψε όλους και τους μίλησε. Ξεκίνησε την ομιλία του με ευχαριστίες για την ύποστήριξη όλων στο έργο του για την σωτηρία τόσων παιδιών
"Πιο πολύ από όλα όμως" συνέχισε "Πρέπει να σας ευχαριστήσω για τα γυαλιά που μου στείλατε πριν από λίγο καιρό. Βλέπετε μια μέρα πέρασαν από τα γραφεία μας επαναστάτες και τα ρήμαξαν όλα, μαζί και τα δικά μου γυαλιά. Ημουν απελπισμένος. Ακόμα κι αν είχα τα χρήματα δεν μπορούσα με τίποτα να τα αντικαταστήσω. Εκτός από το οτι δεν έβλεπα καλά, με έπιαναν απίστευτοι πονοκέφαλοι. Το μόνο που κάναμε όλοι ήταν να προσευχόμαστε και να παρακαλούμε μήπως γίνει κάποιο θαύμα. Τότε έφτασαν τα κασόνια από σας. Οταν ανοίξαμε τα καπάκια βρήκαμε σε κάποιο από αυτά, πάνω πάνω, ένα ζευγάρι γυαλιά"
Στο σημείο αυτό ο διευθυντής σταμάτησε να μαζέψει τους λυγμούς που έπνιγαν τη φωνή του. Κατόπιν προς μεγάλη έκπληξη όλων συνέχισε
"Δεν θα το πιστέψετε, αλλά όταν τα δοκίμασαν ήταν σαν να είχαν γίνει παραγγελία για μένα. Ηθελα τόσο πολύ να σας ευχαριστήσω γι αυτό!"
Οι άνθρωποι τον άκουγαν να μιλά για τα γυαλιά αυτά και για το θαύμα, έτσι όπως το έζησε. Σκέφτηκαν όμως οτι ο διευθυντής μάλλον θα πρέπει να έχει μπερδέψει την δική τους οργάνωση με κάποια άλλη επειδή δεν υπήρχε κανένα ζευγάρι γυαλιά στον κατάλογο με τα πράγματα που είχαν στείλει.
Ομως στην πίσω σειρά καθόταν ήσυχα ο κυρ Θόδωρος και σκούπιζε τα δάκρυα του, ευχαριστώντας από μέσα του για το μεγαλύτερο μήνυμα που δέχτηκε ποτέ μέσα στη ψυχή του.

 
Θαρρετές πολεμίστριες του χειμώνα.

Την ώρα που εμείς είμαστε βυθισμένοι στην θλίψη και την καταχνιά, εκείνη ξεσπαθώνει την ομορφιά της.
Μυγδαλιές. Νύφες λεβέντισσες, ντύνονται, στολίζονται για να σταθούν ολόρθες.
Μερικές πιο νωρίς από τις άλλες. Πάντα άλλωστε υπάρχουν πρωτοπόροι. Εκείνοι που βιάζονται να φέρουν την άνοιξη. Οι μυγδαλιές είναι συνεπείς. Εκεί που λες "δεν αντέχω άλλο το κρύο, ναχα τώρα λίγο ήλιο", νάτες με τα μαγικά κλαδιά τους, έτοιμες να φωτίσουν εκείνες τα σκοτάδια μας πρώτες. Λες και συναγωνίζονται το φως. Μα αυτές μιλούν πρώτα στη ψυχή.
Ας είναι λοιπόν ο ουρανός μας κουρσεμένος από σύννεφα και ο αγέρας να μυρίζει καμμένα όνειρα. Φωλιάζει μέσα μας η αντίσταση και η ελπίδα.
Μας το λέει η μυγδαλιά.

ΥΓ. Η φωτογραφία από την Ίμβρο, την πατρίδα!!

Πηγή
Μια μέρα ένας άνδρας είδε μια γριά γυναίκα να βρίσκεται στην άκρη του δρόμου. Toυ φαινόταν οτι χρειαζόταν βοήθεια. Έτσι πλησίασε μπροστά από τη Μερσεντές της και βγήκε έξω από το παλιό του αυτοκίνητο. Ακόμα και με το χαμόγελο στο πρόσωπο του, η γυναίκα συνέχισε να ανησυχεί. Κανένας δεν είχε σταματήσει να τη βοηθήσει εδώ και τέσσερις ώρες που βρισκόταν στο δρόμο. Αραγε αυτός ο άνδρας που την πλησίαζε θα της φερόταν άσχημα; Εμοιαζε φτωχός και πεινασμένος. Εκείνος κατάλαβε το φόβο της. Ήταν από κείνα τα τρεμουλιάσματα στη ραχοκοκκαλιά που μόνο ο φόβος τα προκαλεί. Της είπε
"Ηρθα να σας βοηθήσω κυρία. Γιατί δεν μπαίνετε στο αυτοκίνητο να μην κρυώνετε; Και με την ευκαιρία να συστηθώ. Με λένε Γιώργο Σωτηρόπουλο"
Αυτό που είχε πάθει ήταν λάστιχο. Αλλά για μια γριά γυναίκα ήταν μεγάλο κακό. Ο Γιώργος σύρθηκε κάτω από το αυτοκίνητο ψάχνοντας για το σημείο να βάλει τον γρύλλο. Στη προσπάθεια του αυτή χτύπησε τα δάχτυλά του και μάτωσε. Σε λίγη ώρα τα είχε καταφέρει. Ομως είχε λερωθεί και τα χέρια του πονούσαν.
Ξαθώς έσφιγγε τα μπουλόνια η γριά γυναίκα κατέβασε το τζάμι του παραθύρου και άρχισε να του μιλά. Του είπε οτι ήταν από τη Θεσσαλονίκη και ότι ήταν περαστική από τα μέρη αυτά. Του είπε οτι του ήταν πολύ ευγνώμων για ό,τι της πρόσφερε.
Ο Γιώργος απλά χαμογέλασε και έκλεισε το καπώ. Η γυναίκα τον ρώτησε πόσο του όφειλε. Όποιο ποσό και να της έλεγε θα ήταν μια χαρά. Ηδη είχε φανταστεί πόσα άσχημα θα μπορούσε να της είχαν τύχει εαν δεν είχε σταματήσει εκείνος. Ο Γιώργος δίχως δεύτερη σκέψη αρνήθηκε. Αυτή δεν ήταν η δουλειά του. Απλά βοηθούσε κάποιον και ο Θεός ξέρει πόσοι τον είχαν βοηθήσει στο παρεθλόν. Ολη του τη ζωή την είχε ζήσει έτσι και ποτέ δεν του είχε περάσει από το μυαλό οτι θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Της είπε οτι αν ήθελε να του το ξεπληρώσει την επόμενη φορά που θα έβλεπε κάποιον σε ανάγκη να προσφέρει τη βοήθεια της σε αυτό το πρόσωπο και
"να σκέφτεστε εμένα" πρόσθεσε.
Περίμενε μέχρι εκείνη να βάλει μπροστά τη μηχανή και να φύγει. Ειχε περάσει μια κρύα και καταθλιπτική μέρα αλλά ένιωσε όμορφα καθώς πήγαινε προς το σπίτι του μέσα στο ημίφως.
Λίγα χιλιόμετρα από κει η γριά γυναίκα είδε ένα μικρό εξοχικό κέντρο. Σταμάτησε για να φάει κάτι και να ξεκουραστεί προτού φτάσει στο σπίτι της. Ηταν ένα μικρό, λιτό μαγαζί. Ολο αυτό το σκηνικό δεν της ήταν πολύ οικείο. Σε λίγο τη πλησίασε η σερβιτόρα κρατώντας μια βρεγμένη πετσέτα για να καθαρίσει το τραπέζι. Είχε ένα γλυκό χαμόγελο στα χείλη της παρόλο που πρέπει να ήταν στο πόδι όλη τη μέρα. Ακόμα περισσότερο που ήταν οχτώ μηνών έγκυος αλλά δεν επέτρεπε την κατάσταση της να της χαλάσει την διάθεση. Η γριά γυναίκα αναρρωτήθηκε πως γίνεται κάποιος που έχει τόσα λίγα να είναι τόσο δοτικός σε κάποιον ξένο. Αμέσως θυμήθηκε το Γιώργο.
Αφού τέλειωσε το δείπνο της πλήρωσε με ένα χαρτονόμισμα των 100 Ευρώ. Η σερβιτόρα γρήγορα πήγε να της φέρει τα ρέστα της αλλά η γριά είχε ήδη εξαφανιστεί από την ταβέρνα. Οσο αναρρωτιόταν που να είχε πάει εκείνη η γυναίκα πρόσεξε κάτι που ήταν γραμμένο πάνω στην χαρτοπετσέτα. Με δάκρυα διάβαζε
"Δε μου χρωστάς τίποτα. Ημουν κι εγώ στη θέση σου. Κάποιος με βοήθησε όπως εγώ εσένα τώρα. Αν θέλεις να μου το ξεπληρώσεις κάνε αυτό: Μη αφήσεις αυτή την αλυσίδα αγάπης να τελειώσει με σένα. Κάτω από την χαρτοπετσέτα θα βρεις άλλα τέσσετα χαρτονομίσματα των 100 Ευρώ"
Η σερβιτότερα καθάρισε κι άλλα τραπέζια, έπλυνε πιάτα, σέρβιρε κι άλλο κόσμο. Τη νύχτα όταν γύρισε στο σπίτι της και έπεσε στο κρεβάτι σκεφτόταν τα χρήματα που της είχε δώσει η γυναίκα και το σημείωμα της. Πώς μπορούσε η γριά εκείνη να ξέρει πόσο πολύ εκείνη και το άνδρας της χρειάζονταν χρήματα; Με το μωρό να έρχεται τον άλλο μήνα θα ήταν δύσκολα..
Ηξερε πόσο αγχωμένος ήταν ο άνδρας της και καθώς πλάγιασε κοντά του του έδωσε ένα απαλό φιλί και του ψιθύρισε γλυκά στο αυτί
"Ολα θα πάνε καλά. Σ αγαπώ Γιώργο Σωτηρόπουλε"

Πηγή
Αν σηκώθηκες σήμερα το πρωί με περισσότερη υγεία παρά αρρώστια, είσαι πιο προνομιούχος από περισσότερους από ένα εκατομμύριο ανθρώπους που δεν θα επιζήσουν μέχρι τη Κυριακή.

Αν δεν έχεις ζήσει ποτέ τον κίνδυνο της μάχης, την μοναξιά της φυλάκισης, την αγωνία των βασανιστηρίων η την πείνα, είσαι σε καλύτερη μοίρα από 500 εκατομύρια ανθρώπους στον κόσμο.

Αν μπορείς να πας στην εκκλησία, δίχως τον φόβο της τιμωρίας, της σύλληψης, των βασανιστηρίων η του θανάτου, είσαι πιο καλύτερα από τρία δισεκατομύρια ανθρώπους στη γη.

Αν έχεις φαγητό στο ψυγείο στου, ρούχα πάνω σου, μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου και ένα μέρος να κοιμηθείς, είσαι πιο πλούσιος από το 75% των κατοίκων της γης.

Αν έχεις χρήματα στην τράπεζα, μέσα στο πορτοφόλι σου, και μπορείς να αφήσεις ψιλά σε ένα πιατάκι κάπου, είσαι ανάμεσα στο 8% των πιο πλούσιων ανθρώπων της γης.

Αν οι γονείς σου ζουν και είναι ακόμα παντρεμένοι, είσαι πολύ σπάνιος.

Αν σηκώνεις το κεφάλι σου με χαμόγελο και είσαι πραγματικά ευγνώμων, είσαι προικισμένος, επειδή η πλειονότητα των ανθρώπων μπορεί να το κάνει, αλλά οι περισσότεροι δεν το κάνουν.

Αν μπορείς να κρατήσεις το χέρι κάποιου, να τους αγκαλιάσεις αλλα ακόμα να τους αγγίξεις στον ώμο, έχεις χαρισματική ψυχή επειδή μπορείς να προσφέρεις ένα θεραπευτικό χάδι.

Αν διαβάζεις αυτή την εγγραφή, ήδη έχεις μια διπλή ευλογία. Πρώτα επειδή κάποιος σε σκέφτεται τούτη την ώρα και ακόμα παραπέρα, είσαι πιο προνομιούχος από δύο δισεκατομύρια ανθρώπους που δεν μπορούν να διαβάσουν καθόλου.

Τι έχεις να πεις τώρα;

Πηγή
"Μαμά γιατί κλαις;" την ρώτησε ο γιος της
"Επειδή είμαι γυναίκα" του απάντησε εκείνη
"Δεν καταλαβαίνω" διαμαρτυρήθηκε ο μικρός
Η μητέρα του τον αγκάλιασε και του είπε
"και ποτέ δε θα μάθεις.."
Ο μικρός απευθύνθηκε στον πατέρα του
"Μπαμπά η μαμά γιατί κλαίει δίχως λόγο;"
Το μόνο που του είπε εκείνος ήταν πως
"Ολες οι γυναίκες κλαίνε δίχως λόγο"
Ο μικρός μεγάλωσε και έγινε άνδρας αλλά ακόμα δεν είχε μάθει γιατί κλαίνει οι γυναίκες
Τελικά αποφάσισε να ρωτήσει το Θεό
"Γιατί Θεέ μου οι γυναίκες κλαίνε τόσο εύκολα;"
"Οταν δημιούργησα τη γυναίκα" είπε ο Θεός " έπρεπε να είναι τέλεια. Έτσι δημιούργησα τους ώμους της αρκετά δυνατούς ώστε να αντέχουν το βάρος του κόσμου αλλά ταυτόχρονα να είναι απαλοί ώστε να δίνουν παρηγοριά. Της έδωσα ψυχική δύναμη για να αντέχει τη γέννα αλλά και την απόρριψη που θα δεχθεί αργότερα από τα παιδιά της. Της έδωσα δύναμη ώστε να προχωρά ακόμα κι όταν όλοι τα έχουν παρατήσει, να συνεχίσει να προσφέρει στην οικογένεια της παρόλη την αρρώστια και τη γκρίνια. Της χάρισα την ευαισθησία να αγαπά τα παιδιά της κάτω από όλες τις συνθήκες, ακόμα κι αν αυτό την έχει πληγώσει πολύ άσχημα. Αυτή η ίδια η ευαισθησία βοηθά τα παιδιά της να εξορκίζουν τους φόβους και της αγωνίες τους. Της έδωσα δύναμη να αντέχει τα σφάλματα του άνδρα της, την ώρα που την δημιούργησα από το πλευρό του για να προστατεύει τη καρδιά του. Της έδωσα σοφία να γνωρίζει οτι ενώ ο καλός σύζυγος ποτέ δεν θα τη πληγώσει ωστόσο μερικές φορές δοκιμάζει τις αντοχές της να σταθεί στο πλάι του δίχως να παραπατά.
Της έδωσα να έχει ένα δάκρυ, να είναι αποκλειστικά δικό της να το χρησιμοποιεί όποτε χρειάζεται. Είναι η μοναδική της αδυναμία. Είναι ένα δάκρυ για όλη την ανθρωπότητα.

Πηγή: Από την θάλασσα της ανθρώπινης εμπειρίας που φιλοξενεί το διαδίκτυο.
 
Ο Μιχάλης είναι από τους τύπους που δεν τους αντέχεις για πολύ. Ιδίως, αν είσαι άνθρωπος μίζερος, τότε σίγουρα τα νεύρα σου θα τα τσακίσει.
Πάντα θα βρει να σου πει κάτι το θετικό, σε ό,τι κι αν σου συμβαίνει.
Αφού λοιπόν τον παρακολούθησα για λίγο, για να βεβαιωθώ, αποφασίζω να τον ρωτήσω πως τα καταφέρνει και πάντα βλέπει τη ζωή τόσο θετικά. Μου λέει λοιπόν:
Το πρωί που ξυπνώ, λέω στον εαυτό μου: "Μιχάλη έχεις δύο επιλογές, ή να είσαι καλά ή να είσαι χάλια". Έτσι διαλέγω να είμαι καλά. Επιλέγω να μην είμαι το θύμα αλλά να διδάσκομαι από τις καταστάσεις
"Τα πάντα είναι θέμα επιλογών", μου λέει. "Τα γεγονότα από μόνα τους δεν έχουν καμιά σημασία. Εκείνο που τα κάνει σημαντικά ή όχι είναι η στάση μας απέναντί τους".
Ύστερα από αυτή τη κουβέντα, χαθήκαμε με τον Μιχάλη.
Κάποια χρόνια πέρασαν και μια μέρα έμαθα ότι είχε πάθει ένα σοβαρό ατύχημα. Ενώ εργαζόταν για να τοποθετήσει μια δορυφορική κολόνα, έπεσε από ύψος 20 μέτρων. 18 ώρες χειρουργείο, αρκετές εβδομάδες στην εντατική.
Όταν βγήκε άφησα να περάσει ένα εξάμηνο και πήγα να τον δω.
Μέσα σε όλα, τον ρώτησα τι του πέρασε από το μυαλό την ώρα που έπεφτε.
Μου είπε: Η κόρη μου που θα γεννιόταν σε λίγο καιρό. Όταν ήμουν πεσμένος στην άσφαλτο σκέφτηκα ότι είχα δύο επιλογές: να ζήσω ή να πεθάνω. Αποφάσισα να ζήσω. Οι νοσηλευτές ήταν όλοι υπέροχοι, μου είπε. Μόνο, όταν είδα στα πρόσωπά τους την έκφραση που είχαν μετά την αξονική, τότε τρόμαξα.
Ανάμεσά τους, συνέχισε, ήταν μια μεγαλόσωμη νοσοκόμα που μου φώναξε δυνατά. Μέσα σε όλα με ρώτησε αν ήμουν αλλεργικός σε κάτι. Οι γιατροί γύρω σταμάτησαν ό,τι έκαναν και περίμεναν την απάντησή μου για να ξέρουν πως θα συνεχίσουν.
"Και βέβαια είμαι", της απάντησα με όλη την δύναμή μου.
"Είμαι αλλεργικός στην βαρύτητα"!!
Και ενώ γελούσαν τους είπα: "Επιλέγω να ζήσω. Να με χειρουργήσετε σαν να είμαι ζωντανός και όχι σαν να είμαι πεθαμένος".
Ο Μιχάλης έζησε, χάρη στους γιατρούς και την προσωπική του στάση απέναντι στη ζωή.
Από τον Μιχάλη διδάχτηκα οτι αυτό που μετράει τελικά είναι η διάθεσή μας απέναντι στη ζωή.

Πηγή
Εγκαινιάζουμε σήμερα μια καινούργια στήλη. Θα προτρέπει το νου και την καρδιά σε εγρήγορση. Θα προκαλεί συναισθήματα. Θα εναλλάσσει καθημερινά σχεδόν την εστίαση μας σε διάφορες πτυχές της καθημερινότητας. Θα είναι εκεί για να κατευθύνει τη ματιά μας στα ασήμαντα καθημερινά που είναι ταυτόχρονα πολύ σημαντικά. Για δες λοιπόν.

Συντάκτης:
Δημήτρης Καραβασίλης
Συγγραφέας, Θεολόγος
Site Created by Pixel Orange