Ενημερωτικό Δελτίο

Γράψτε τα στοιχεία σας εδώ



"ΕΠΕΑ ΔΙΔΑΧΗΣ"

Μπορείτε να ακούσετε την ανάλυση του κατηχητικού μαθήματος της εβδομάδας στην εκπομπή του Ηλία Λιαμή "ΕΠΕΑ ΔΙΔΑΧΗΣ", το Σάββατο 9.00-9.30μμ, από τον Ρ/Σ ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, στους 91,2 FM

Ειδήσεις - Νέα

Εορτολόγιο

Δευτέρα
21
Απριλίου
2014
Δευτέρα Διακαινησίμου, Ιανουαρίου ιερομάρτυρος

Τελευταίες Ειδήσεις των Ιερών Μητροπόλεων, που αφορούν τη Νεότητα

Home
ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

 ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΗΤΟΣ 

 ΞΕΝΑΓΗΘΕΙΤΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΜΑΣ

ΚΑΤΗΧΗΣΗ
Βαθμίδες:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ
Προσχολική
alt
Κατώτερη
 alt
Μέση
alt
Ανώτερη
alt
Μουσική
alt
Θέατρο
 
alt
 Ζωγραφική
Ζωγραφική
Χειροτεχνία
 
Χειροτεχνία
Παιχνίδι
Παιχνίδι
Παραμύθι
Παραμύθι
Ελ.Παράδοση
Ελληνική Ιστορία & Παράδοση
Προσευχή
Θέματα για την Κατήχηση
Άγιοι
alt
Βίβλος
Ιστορίες από τη Βίβλο
Παιδαγωγικά
Παιδαγωγικά
Εκκλησία
 Εκκλησία
Αφιέρωμα στη Μεγάλη Εβδομάδα
alt
Διαγωνισμοί
Διαγωνισμοί έκφρασης & επικοινωνίας εφήβων και νέων
Φεστιβάλ
Περιφερειακά Φεστιβάλ Νεολαίας
Στιγμιότυπα από τη ζωή των Νεανικών ενοριακών συντροφιών των Ιερών Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος (βίντεο και φωτογραφίες)
alt
Νεανικές ενοριακές συντροφιές
Περιφερείας ΑΙΤΩΛΟΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ & ΝΗΣΙΩΝ ΙΟΝΙΟΥ
alt
Νεανικές ενοριακές συντροφιές Περιφερείας
ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ & ΗΠΕΙΡΟΥ

alt
Νεανικές ενοριακές συντροφιές Περιφερείας
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ & ΘΡΑΚΗΣ

alt
Νεανικές ενοριακές συντροφιές Περιφερείας
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ
 

 

 
Δείτε το Αφιέρωμα στην Μεγάλη Εβδομάδα

12-13 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2014
ΜΕΓΑΛΟΒΔΟΜΑΔΑ! ΤΙ ΚΡΑΤΑΩ


Του Ηλία Λιαμή, δρ Θεολογίας,

Αρχισυντάκτη της ιστοσελίδας

Στον ολάνθιστο κήπο της Μεγαλοβδόμαδας, ανοίγω με δισταγμό το πορτάκι του ξύλινου φράχτη και κάνω δυο τρία δειλά βήματα.

Από πίσω μου βοή. Πολέμων ακοές. Παρανοϊκοί εκτελεστές. Δραπέτες. Καταρρεύσεις. Ένοχοι που ψάχνουν ενόχους. Εικόνες χωρίς νόημα. Ηλιακά συστήματα χωρίς ήλιο.

Τον ντρέπομαι τον κήπο. Μοιάζω παράταιρος. Χωρίς γοερές υπερβολές, κοιτάζω κατάματα τα γεγονότα και καταλήγω νηφάλια:

«Ένδυμα ουκ έχω».

Πιστεύω όμως στη δύναμη τού κήπου να κρατιέται αμόλευτος. Μα και σε μια ακόμη δύναμή του πιστεύω:

Να λαμπραίνει τα στιγματισμένα και θαμπά. Και του ζητώ:

«Λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής».

Μονοπάτια μικρά ανάμεσα στα παρτέρια. Στοές από μπουκαμβίλιες και γιασεμιά, λιγάκι σκοτεινές, όπου ο ήλιος δε βρίσκει εύκολα δρόμο. Σιωπή! Πίσω μου, το φως των προβολέων μου γνέφει να μην μπλέξω.

«Δύσκολοι», μου θυμίζει, «οι καιροί. Άλλες μελαγχολίες και περισυλλογές δεν αντέχουν. Μείνε εδώ να ξεχαστείς λιγάκι».

Οι οθόνες ολόφωτες, με προσκαλούν στην διάσπαση που χαρίζουν τα τρέχοντα. Θυμάμαι όμως -ευτυχώς-, πως, ποτέ η ενημέρωση δε μού ’δωσε ούτε μια στάλα χαράς. Κι όσο κι αν συσσωρευότανε, ποτέ κάτι δεν άλλαξε για το καλύτερο.

Το αποφάσισα: Θα περπατήσω στις σκιερές στοές, γιατί, παρ’ όλη τη μελαγχολία που σκορπάνε, σκορπάνε και αρώματα, σκορπάνε και αγκαλιά. Νιώθω το μισόφωτό τους για χάδι, και στο κορμί και στη ψυχή μου. Μα και για κάτι άλλο θα τις περπατήσω: Για ένα φως, ένα άλλο φως, που τρεμοπαίζει εκεί, στην τελευταία στροφή του κήπου. Φως, που λες, αν το αρνηθώ, θα έχω χάσει ευκαιρία… και δρόμο… και αναπαμό.

Αποφασίζω να το ζητήσω αυτό το φως. Κι όταν θα βρεθώ κοντά του, θέλω κάτι να κρατώ. Αγένεια μου μοιάζει να φτάσω μ’ άδεια χέρια. Βάζω «ευλογητός» και κάνω το πρώτο βήμα.

Κάτω, το μονοπάτι στρωμένο βάγια. Βάγια της Κυριακής, που θυμάται μια είσοδο. Κρατώ τον θρίαμβο, κρατώ και την ειρωνεία αυτής της εισόδου. Ο Βασιλιάς, ο Μεσσίας, ο Λυτρωτής καθισμένος πάνω στο ταπεινότερο των τετραπόδων. Αμήχανοι οι επικοινωνιολόγοι τον κοιτούν. Δεν τον αναλαμβάνουν. Οι πράξεις Του είναι αντιεπικοινωνιακές. Εκείνοι ετοιμάζουν ηγέτες λαμπερούς. Κοιτάω και το βλέμμα Του, την ώρα που ο όχλος κραυγάζει «ωσαννά». Ακούω τη σκέψη Του:

«Δεν ξέρουν τι ζητάνε».

Θα το ξαναπεί σε λίγες μέρες, καρφωμένος. Κρατώ αυτό το βλέμμα Του, το αποφασισμένο και θλιμμένο. Κρατώ και τις κραυγές του θριάμβου να μου θυμίζουν τον πικρό, τον πρόσκαιρο, τον φευγαλέο έπαινο των ανθρώπων. Κλείνω στη χούφτα μου δυο-τρία βάγια και συνεχίζω.

Μεγάλη δευτέρα ανθισμένη στοά. Ο Ιωσήφ ο πάγκαλος (οι όντως πάγκαλοι γράφονται πάντα με το «πι» μικρό) μού γνέφει. Κρατώ τα σημάδια του από το χτύπημα, την ώρα πού ’πεφτε στο πηγάδι, από των αδελφών του, των ανθρώπων των δικών του, το σπρώξιμο. Κρατώ τη χρυσή του καρδιά, που ήξερε πάντα να τού ανοίγει δρόμο ανάμεσα στις αρχές και τις εξουσίες του κόσμου τούτου. Κρατώ τη συνοχή της σκέψης του, όταν τα αξιώματα θα μπορούσαν να τον τρελάνουν. Κρατώ την αγκαλιά του, την ώρα που η εκδίκηση τού χάιδευε τ’ αυτιά.

Έχει και μια συκιά η στοά. Φουντωμένη και καταπράσινη. Αλλά χωρίς ούτε ένα σύκο. Τη βλέπω και πικραίνομαι. Καλύτερη εικόνα των λόγων δίχως έργα, των ομιλιών δίχως έρμα, των σχεδίων χωρίς διάθεση για δόσιμο και θυσία δεν υπάρχει. Απλώνω τα χέρια μου και κόβω να κρατήσω δυο φύλλα. Μόλις που πρόλαβα. Βήματα δυο δεν έχω κάνει, και την βλέπω να ξεραίνεται μονομιάς.

Τρίτη μεγάλη ανθισμένη στοά. Καθώς την διασχίζω, με φτάνει μια παρέα από δέκα κορίτσια. Κρατούν λυχνάρια και μιλάνε για ένα γάμο. Μια απ’ αυτές, με βλέπει και βιαστικά μου δίνει ένα λυχνάρι. Είναι μισοάδειο, μα προς το παρόν φωτίζει καλά. Τα κορίτσια φαίνονται ανυπόμονα. Με προσπερνούν γελώντας. Ανησυχώ για το λυχνάρι μου. Δε θα μου φτάσει το λάδι. Είναι μακρύς ο δρόμος και θα ξεμείνω από φως. Χρειάζομαι λάδι. Επειγόντως! Λάδι πίστης πιο στέρεης, λάδι αγάπης πιο πρακτικής, λάδι προσευχής πιο συνεπούς και πιο επίμονης απ’ ό,τι μέχρι τώρα. Γρήγορα! Τώρα! Δεν ξέρω πότε θα χρειαστεί. Καθώς τα σκέφτομαι αυτά, πέντε από τις κοπέλες γυρίζουν βιαστικά, με τα λυχνάρια τους σβηστά. Σε λίγο τις βλέπω να επιστρέφουν τρέχοντας και να στρίβουν σε μια γωνία. Ακούω τις φωνές τους:

«Ανοίξτε, είμαστε κι εμείς εδώ».

Χτυπάνε κάποια πόρτα, αλλά δε μου φαίνεται να την ανοίγουν. Κρατώ σφιχτά το λυχνάρι μου. Θεέ μου, μη μ’ αφήσεις να στερέψω!

Τετάρτη μεγάλη ανθισμένη στοά. Μοσχοβολάει. Σα νά ’σπασε ένα αλάβαστρο κι έχει χυθεί το μύρο. Το ξέρω πως δεν είναι μόνο αυτό. Είναι πολλά τα μύρα που ξέρει ο κόσμος να παρασκευάζει. Όμως αυτό εδώ δεν έχει μόνο συστατικά χημικού εργαστηρίου. Μέσα του έχουνε χυθεί στάλες δακρύων μετανοίας. Ακούω τον μαθητή τον παραστρατημένο να εξανίσταται, πασκίζοντας να το αποτιμήσει. Τι να αποτιμήσει! Ποιος μπορεί να υπολογίσει την αξία των δακρύων μιας ψυχής που συντρίβεται! Πώς κοστολογείται η υπομονή, μπροστά στην περιφρόνηση και τα βρώμικα βλέμματα των «καθωσπρέπει» ακροατών του Δασκάλου, την ώρα που αυτή, η πόρνη, με το θράσος της απόγνωσης μυρώνει τα πόδια Του, που δεν τολμά καλά-καλά να τα αγγίξει!

«Μα γίνεται Κύριε να τη δεχτείς; Γίνεται Κύριε να δεχτείς τον καθένα, που αμαρτία δεν φτιάχτηκε, που να μην πότισε το κορμί του;»

«Γίνεται», τον ακούω να με διαβεβαιώνει. «Φτάνει πολύ να αγάπησε». «Ε όχι Κύριε δε γίνεται!», επιμένουν οι καλεσμένοι. Μαζί τους επιμένω κι εγώ. Κι ας μη το φωνάζω. Ευτυχώς, σημασία καμιά δε μας δίνει. Κι αφήνει τα μαλλιά της να σκουπίζουν τα πόδια Του. Βουτώ τα φύλλα των βαγιών και της συκιάς στο μύρο που ρέει δίπλα στα πόδια μου, μπας και κρατήσω αυτή την άρρητη ευωδία της μετανοίας και συνεχίζω.

Πέμπτη μεγάλη ανθισμένη στοά. Μια ξύλινη στάλα και στο τέρμα της ένα μεγάλο στρωμένο τραπέζι με λίγα απομεινάρια φαγητού. Κάποιοι έτρωγαν εδώ πριν από λίγο. Οι θέσεις δεκατρείς. Στη θέση τη μεσαία, κομμάτια από ψωμί και μια μισογεμάτη κανάτα κρασί, κόκκινο σαν αίμα. Φέρνω στα χείλη μου λίγη ψίχα ψωμιού βουτηγμένου στο κρασί. Στυλώνομαι. Κρατώ ακόμη ένα νοτισμένο κομμάτι και το τυλίγω σ’ ένα φύλλο από την ξεραμένη συκιά. Λίγο πιο κει, μία λεκάνη με μια πετσέτα. «Θα φώναξαν και κάποιο δούλο» σκέφτομαι «για να τους πλύνει τα πόδια».

Πού νά ’ξερα, πως η λεκάνη αυτή έγινε κολυμπήθρα ταπεινοφροσύνης, για όσους θα θέλουν να ακολουθήσουν τα βήματα Εκείνου, που πριν λίγο έσκυψε και έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Κι ας είχε πριν από λίγο μεταβάλει σε φάρμακο αθανασίας το ψωμί και το κρασί, το κόκκινο σαν αίμα!

Κατεβαίνω. Λάμπει το φεγγάρι πίσω από τις φυλλωσιές. Ένα παράπονο, μου σκίζει την καρδιά:

«Ζήτησα δύναμη στην προσευχή, ν’ αντέξω τα κρίματα ολόκληρου του κόσμου, που σε λίγο θα ματώσουν το κορμί μου και θα βαρύνουν ασήκωτα τους ώμους μου. Και δεν χαλαλίσατε λίγα λεπτά ύπνου, για να προσευχηθείτε μαζί μου;»

Τι να του απαντήσουν οι μαθητές του, τι να του απαντήσω κι εγώ! Πως Τον άφησα μόνο Του, γιατί τρυγούσα, τις λίγες, τις ασήμαντες ψευτοχαρές μιας ζωής, την ώρα που ζητούσε συντρόφους για να γλυκάνει τις πληγές του κόσμου;

Μόνος στον κήπο της Γεθσημανή, μόνος και μπροστά στους άρχοντες και τους σοφούς του κόσμου τούτου. Πώς να τον υπερασπιστώ; Κάθομαι έξω στην αυλή, να κάνω λίγη παρέα στον Πέτρο. Μαζί θα φωνάξουμε με αγανάκτηση:

«Όχι, δεν τον ξέρουμε. Δεν είμαστε μ’ Αυτόν! Είμαστε δικοί σας. Τα συστήματά σας αναγνωρίζουμε, με τους δικούς σας κανόνες παίζουμε, τα οράματά σας μοιραζόμαστε. Μαζί σας ψάχνουμε τους άλλους, τους κακούς, που πάντα φταίνε για τα δεινά μας. Μαζί σας ελπίζουμε, πως πάντα κάποιος άλλος, κάποιος καλός θα ’ρθεί για να μας σώσει. Αυτός εκεί μέσα είναι τρελός. Κάθε στραβό του κόσμου, κάθε πληγή των ανθρώπων τα κάνει δική Του υπόθεση. Δεν ψάχνει ενόχους. Κάνει την ξένη ευθύνη δική Του. Αν είναι δυνατόν! Εμείς, δικοί Του; Απορώ και που το σκεφτήκατε».

Μες τις βραγιές, ένας κόκορας σαλπίζει ξημέρωμα. Μα ποιος άφησε εδώ τον κόκορα; Ο Πέτρος με αφήνει και φεύγει, κλαίγοντας πικρά.

Κάτι μεγάλο παρασκευάζεται στην επομένη ανθισμένη στοά. Τι να κρατήσω από δω! Τα πάντα στάζουν αίμα. Ματωμένα φραγγέλια, ματωμένα αγκάθια, ματωμένος χιτώνας. Σα να αιμορραγεί όλος ο κόσμος. Όλη η φρίκη του ματωμένου μαρτυρίου ενός αθώου απλώνεται και πλημμυρίζει τον χρόνο και τον χώρο. Παράνοια! Ποιο το νόημα μιας ανθρωπότητας που στάζει αίμα; Ποιος φταίει, ποιος δικάζει, ποιος τιμωρεί; Τι θα έχανε η δημιουργία αν εξαφανιζόταν ο άνθρωπος; Τι θα έχανε η πλάση, τα δέντρα, τα ποτάμια, η θάλασσα ο αέρας, τα ζώα, αν απαλλασσόντουσαν από το πιο άγριο θηρίο τους; Ένα κορμί λυγίζει από το βάρος του Σταυρού. Γυρίζει με κοιτάει. Τον βλέπω κι αμέσως νιώθω όλους τους ανθρώπους αδέλφια μου:

«Είναι καλοί οι άνθρωποι», κραυγάζει η καρδιά μου, «εικόνες Θεού, εικόνες Θεού, ει και στίγματα φέρουν πταισμάτων! Υπάρχει ελπίδα!»

Στις κόρες των κατακόκκινων ματιών Του λάμπει ένας κόσμος ποτισμένος στην πραότητα, στην προσφορά και στην ισορροπία. Δεν μπορώ να αντέξω το παραπάτημά Του. Κάνω να Του δώσω ένα χέρι. Με προλαβαίνει κάποιος Κυρηναίος. Σκύβω να μαζέψω ένα καρφί, που έπεσε απ’ το ζεμπίλι ενός Ρωμαίου.

Μία κραυγή σκίζει σε λίγο τον αέρα. Ένα «τετέλεσται». Οι χλευαστές από κάτω ακούν για κάποιον, που τέλειωσε. Εγώ, σα να ακούω «όλα αρχίζουν».

Σάββατο πια! Το μονοπάτι μου αρχίζει και κατηφορίζει απότομα. Κάτω εδώ, λουλούδια δεν ανθίζουν. Πού κατεβαίνω; Στον Άδη των Αρχαίων; Στον Άδη της φρίκης του κόσμου; Ή στον Άδη της δικής μου καρδιάς; Πολλή σημασία δεν έχει. Κάτω εδώ, σημασία έχει το σκοτάδι. Το πηχτό, το στεγανό, το απόλυτο σκοτάδι. Όλοι και όλα εδώ κάτω ψάχνονται. Κάνουν κύκλους και κάπου-κάπου νομίζουν πως –επιτέλους-, από δω δεν ξαναπέρασαν, πως από δω περνάνε για πρώτη φορά, πως ο κύκλος πια θα σπάσει. Και πάντα η διάψευση. Πάντα όλοι έχουν ξαναπεράσει από κει και πάλι θα ξαναπεράσουν. Στον Άδη, όπως στην ιστορία των ανθρώπων, τίποτε δεν αλλάζει. Γι’ αυτό είναι τόσο σκοτεινά! Πανικός! Πού είναι το τέρμα; Εγώ ξεκίνησα μια βόλτα σ’ έναν κήπο. Να τελειώνουνε τ’ αστεία! Θέλω το Πάσχα μου το κανονικό. Θέλω τα σοκολατένια μου αυγά με το δώρο έκπληξη! Θέλω τα υπέρβαρα αμάξια στη Εθνική και τις σούβλες να εξέχουν. Θέλω τις κροτίδες, που θέλουν να ανατινάξουν το ναό. Θέλω το άδειο προαύλιό του μετά το πρώτο-πρώτο Χριστός Ανέστη! Θέλω να φύγω από δω!

«Γιατί;», με ρωτούν ειρωνικά οι αθέατοι συνοδοιπόροι μου. «Όλα όσα ψάχνεις είναι εδώ. Συνέχιζε να ψηλαφίζεις και θα τα βρεις. Θα νιώσεις σα στο σπίτι σου».

Συνεχίζω να ψηλαφώ. Δίκιο είχαν! Τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν σούβλες και κροτίδες και μαγειρίτσες ανυπόμονες και γυφτοτράγουδα στη διαπασών. Μα ξαφνικά, τα χέρια μου αγγίζουν ένα σώμα, δυο χέρια, δυο ώμους. Φτάνω στο πρόσωπο και το κοιτώ. Ένα πρόσωπο πιο δυνατό απ’ το σκοτάδι. Όλα τα χαρακτηριστικά του είναι ορατά. Μέσ’ απ’ τη λάμψη Του, το σκοτάδι λιώνει, «ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός».

«Ποιος είσαι;» ρωτώ.

«Ο νέος άρχοντας αυτού του τόπου», μου απαντάει. «Καλωσήρθες!»

Αγένεια να μην του προσφέρω ένα πεσκέσι. Αφήνω στα χέρια Του τα βάγια, τα φύλλα της συκιάς, τα ποτισμένα με το μύρο, το λυχνάρι, το νοτισμένο το ψωμί απ’ το κρασί το κόκκινο σαν αίμα, το καρφί.

«Σ’ ευχαριστώ» μου κάνει.

«Κύριε, θέλω να φύγω από δω!»

«Εύκολο», μου λέει. «Κράτα τα χέρι μου».

«Κύριε, δύναμη δεν έχω να κρατήσω πια τίποτε».

Με αρπάζει απ’ τον καρπό.

«Εγώ φεύγω», μου λέει. «Για να σε πάρω μαζί μου, πρέπει να θυμηθείς κάτι που έδωσες δωρεάν, όσο περπάταγες εκεί επάνω».

Προσπαθώ να θυμηθώ.

«Κύριε», του λέω, «κάποτε σε μια τάξη, έδωσα σ’ ένα μαθητή μου ένα κρεμμύδι».

«Μου φτάνει», λέει Εκείνος.

Νιώθω να με τράβα προς το φως. Μα ξαφνικά τα πόδια μου βαραίνουν. Χέρια πολλά με αρπάζουν, κάποιοι ποθούν να τραβηχτούν κι αυτοί μαζί μου. Μα δεν θα κάνω το λάθος εκείνης της γιαγιάς.

«Ελάτε, πιαστείτε, όσοι μπορείτε», φωνάζω. «Δε θέλω το φως, όσο κι αν λάμπει, χωρίς τα πρόσωπά σας. Ή όλοι μας ή κανείς! Πιαστείτε! Κι εμένα, Άλλος με τραβά!»

Φως!

Λόγων παύσις!

Ακόμα και τώρα, που στα διηγιέμαι όλ’ αυτά, νιώθω την πατρική παλάμη, με δύναμη γλυκιά και τρυφεράδα, να κρατάει τον καρπό μου.

Στο λέω να το πιστέψεις:

Πριν ξεκινήσει το σεργιάνι μου, το φως που πρωτοαντίκρισα στο βάθος, ανοίγοντας του κήπου το πορτάκι, δεν ήταν ψέμα.



Το κείμενο σε μορφή pdf

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΑΤΗΧΗΤΙΚΩΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΑΝΑ ΒΑΘΜΙΔΑ

ΠΡΟΣΧΟΛΙΚΗ ΒΑΘΜΙΔΑ ΚΑΤΩΤΕΡΗ ΒΑΘΜΙΔΑ ΜΕΣΗ ΒΑΘΜΙΔΑ ΑΝΩΤΕΡΗ ΒΑΘΜΙΔΑ

Τα Πάθη του Κυρίου
(β' μέρος)


Η είσοδος του Χριστού στα Ιεροσόλυμα


Τα Πάθη και η Ανάσταση

Μεγαλοβδομάδα! Τι κρατάω;

Ευχαριστούμε πολύ όσους μας έστειλαν υλικό,
αλλά και προτάσεις για ανάρτηση επιλεγμένων στιγμιότυπων από το διαδίκτυο για το
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΛΕΥΚΩΜΑ
alt

altalt

(Το Λεύκωμα εμπλουτίζεται διαρκώς.
Στείλτε μας φωτογραφίες και βίντεο από τις νεανικές δραστηριότητες της ενορίας σας την περίοδο της Μ.Εβδομάδας, 
ακόμα και από προηγούμενα έτη, στο email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από κακόβουλη χρήση. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε την Javascript για να τη δείτε. )


 
Έκθεση βιβλίου και Πασχαλινών λαμπάδων στην Ενορία Αγίου Δημητρίου Πειραιώς
Έκθεση βιβλίου και Πασχαλινών λαμπάδων στην Ενορία Αγίου Δημητρίου Πειραιώς
"Προς το Εκούσιον Πάθος"
"Προς το Εκούσιον Πάθος"
"Τα πάθη τα σεπτά"
"Τα πάθη τα σεπτά"

Ι.Ν. Αγίου Παντελεήμωνος Πεύκης
Εκδήλωση με πασχαλινά έθιμα από όλη την Ελλάδα
 
Οδοιπορικό στη Μεγάλη Εβδομάδα από την Ενοριακή Χορωδία Κοκκινόραχης
 
Ι.Ν. Αγίου Παντελεήμωνος Πεύκης
Εκδήλωση με πασχαλινά έθιμα από όλη την Ελλάδα
 
Πασχαλινή συναυλία της Σχολής Βυζαντινής Μουσικής της Ι.Μ. Ιλίου, Αχαρνών και Πετρουπόλεως

KΑΤΑΣΚΕΥΗ ΛΑΜΠΑΔΩΝ
Πάρος-Κατηχητικό σχολείο Προδρόμου 2013
Ιερός Ναός Ζωοδόχου Πηγής Καμινίων Ι.Μ.Πειραιώς


Α'ΣΤΑΣΗ ΕΓΚΩΜΙΩΝ

Β'ΣΤΑΣΗ ΕΓΚΩΜΙΩΝ

Γ'ΣΤΑΣΗ ΕΓΚΩΜΙΩΝ
Τα κορίτσια των κατηχητικών συντροφιών του ιερού ναού ψάλλουν τα εγκώμια του επιταφίου θρήνου το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής. Μία παράδοση που ξεκίνησε εδώ και παραπάνω από 20 χρόνια και ακόμη συνεχίζεται...
Ι.Ν.Παναγίας Παραβουνιώτισσας Ερετρίας Ι.Μ.Χαλκίδος
Κυριακή των Βαίων

Με πολλή αγάπη μικρά και μεγάλα παιδιά της ενορίας με την θεολόγο και κατηχήτρια κ. Μαλαματένια Κιάκη στην φιλόξενη οικία της,
για αρκετές ώρες ζύμωσαν και έψησαν 300 Λαζαράκια τα οποία πρόσφεραν στους πιστούς την Κυριακή των Βαϊων

Ι.Ν.Παναγίας Παραβουνιώτισσας
Ερετρίας Ι.Μ.Χαλκίδος
Κυριακή των Βαίων
φωτογραφίες από επιτάφιο.
Η ομάδα των νέων Παραβουνιώτισσας ετοιμάζεται
μετα από πολλές προβες να ψάλλει τα εγκώμια .
45 μικρά και μεγάλα κορίτσια ενδεδυμένα λευκά φορέματα
και κρατώντας φαναράκια στα χέρια θα συνοδεύσουν την λιτανεία
του Επιταφίου στους δρόμους της Ερέτριας σκορπώντας ευλογία στα σπίτια των χριστιανών.
Ενοριακή Συντροφιά
Ι.Ν. Παμμεγίστων Ταξιαρχών
ΜΟΣΧΑΤΟΥ

Στόλισμα επιταφίου
Κατά την διάρκεια του στολισμού, μικροί και μεγάλοι ανέβηκαν διαδοχικά στο ψαλτήρι, για να ψάλλουν τα εγκώμια
Ιερός Ναός Αγίου Νεκταρίου Ι.Μ.Πατρών


2012

Τα παιδιά των Κατηχητικών Σχολείων, υπό την καθοδήγηση των Ιερέων του Ναού στολίζουν
Αναστάσιμες Λαμπάδες για να τις προσφέρουν σε φτωχές οικογένειες της Ενορίας.
Ετοιμάζουν τα αυγά και τα κουλούρια που θα ευλογηθούν το βράδυ της Αναστάσεως για να προσφερθούν σε όλο το εκκλησίασμα.

Φωτογραφία από ετοιμασία κόκκινων αυγών το 2011
Ιερός Ναός Πέτρου και Παύλου
Ι.Μ.ΛΑΡΙΣΣΗΣ ΚΑΙ ΤΥΡΝΑΒΟΥ



Τα Εγκώμια του Επιταφίου, από τα κορίτσια των Κατηχητικών


ΣΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ
Ιερός Ναός Αγίου Δημητρίου Ι.Μ.Πειραιώς
 
Ακολουθία της Αγάπης

Πανηγύρι της Αγάπης

Εγκώμια
από την Χορωδία Αγίας Τριάδος Θεσσαλονίκης
Διευθύνει ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Κάλαντα του Λαζάρου

Ένα πολύ ωραίο έθιμο το Σάββατο του Λαζάρου στη Ρόδο

Η αγάπη του Τάφου Αρχιμ. Δανιήλ Γ. Αεράκη  Συγκίνησις
Πεθαίνει η Αγάπη; Στις καρδιές των ανθρώπων πολλές φορές, στην καρδιά του Θεού ποτέ. Και η καρδιά του Θεού, ο αγαπητός Υι­ός, είναι ο Ιησούς Χριστός. Και η καρδιά της αγάπης είναι ο Σταυ­ρός. Η σωματική καρδιά
του Ιησού σταμάτησε κάποια στιγμή να χτυπά, όχι όμως του Θεανθρώπου Κυρίου.

Δεν είναι λοιπόν, για κλάμα η ταφή του Ιησού Χριστού. Ποιος διψασμένος κλαίει σαν βρεθή μπροστά σε αστείρευτη πηγή;

Ο Σταυρός είναι η αστείρευτη πηγή της Αγάπης. Και ο Τάφος του Χριστού πηγή της ζωής.

Η βραδυνή ακολουθία της Μεγάλης Παρασκευής ονομάζεται επιτάφιος θρήνος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ακολουθία χαράς. Αν ο Σταυρός είναι η Αγάπη της Λυτρώσεως, ο Τάφος είναι η Αγάπη της Αναστάσεως.

Μπορούμε να κλαίμε για το θάνατο και την ταφή του Ιησού;

• Πώς μπορούμε να κλαίμε για την ταφή του Ιησού, αφού ξέ­ρουμε ότι σε λίγο θ' αναστηθή από τον τάφο; Αλλά και ο ίδιος ο Χριστός ήξερε, ότι θ' ανέσταινε το Λάζαρο. Παρ΄όλο τούτο, δά­κρυσε μπροστά στον τάφο του Λαζάρου. Συγκινούμαστε. Μας συγ­κινεί η αγάπη στο Φίλο, στο Πρόσωπο, που αγαπάμε και μας α­γαπά, στον Ιησού. Ο ορίζοντας σκοτεινιάζει, μόλις δύση ο ήλιος, καίτοι γνωρίζεις ότι ο ήλιος θ’ ανατείλη και πάλι.

Ο ήλιος, σαν γέρνη προς τη δύσι, είναι σαν να γράφη σιγά-σιγά στην κορυφογραμμή: «Σε λίγο έρχομαι. Σε λίγο ανασταίνομαι». Έτσι και ο Χριστός, ό Ήλιος της Θεότητος. Έγειρε το κεφάλι. Έδυσε. Αλλ’ άφησε βέβαιη την ελπίδα: Σε λίγο ξανάρχομαι. «Μικρόν και ου θε­ωρείτε με, και πάλιν μικρόν και όψεσθέ με» (Ιωάν. Ιστ’ 16)

• Συγκινούμεθα από την ταφή του πλέον αγαπητού μας Προσ­ώπου. Συγκινούμεθα αναλογιζόμενοι την αγάπη Του σε μας. Από αγάπη ανέβηκε στο Σταυρό. Από αγάπη κατέβηκε και στον άδη. «Α­πέθανε και ετάφη κατά τας γραφάς» (Α’ Κορ. ιε’ 4)

Για κάθε ανθρώπινο τάφο ισχύει το « α κ ο ύ σ ι α».

Για τον τάφο του Ιησού Χριστού ισχύει το « ε κ ο ύ σ ι α».

Θέλησε και ετάφη. Θάφτηκε Εκείνος, για να ξεθάψη εμάς από τα μνήματα της αμαρτίας. Θάφτηκε ο Παντοδύναμος, για ν’ ανα­σύρη η παντοδύναμη Αγάπη Του όλους τους «τεθνεώτας».

Για ποιούς τό κλάμα;
Αλλ’ η θλίψις της Μεγάλης Παρασκευής δεν είναι τόσο για τον Ιησού Χριστό, που είναι η «Ζωή εν τάφω». Είναι κυρίως για τους εχθρούς του Σταυρού, για τους εχθρούς του Ιησού.

Όταν ο Κύριος ανέβαινε προς το Γολγοθά και πίσω Του είδε να κλαίνε ευλαβείς γυναίκες, διακόνισσες της Αγάπης, επεσήμανε για ποιους πρέπει να κλαίμε: «Μη κλαίετε επ’ εμέ. Πλην εφ’ εαυτάς κλαίετε και επί τα τέκνα υμών» (Λουκ. κγ’ 28)

-- Κλάψτε, μανάδες, γιατί θάβουν τα παιδιά σας οι νεκροθά­φτες του κακού, οι έμποροι του θανάτου!
Κάποτε θεάθηκε ο απόστολος Παύλος να κλαίει. Τον ρώτησαν γιατί; Και απάντησε:

«Νυν δε και κλαίων λέγω τους εχθρούς του Σταυρού» (Φιλιπ. Γ’ 18).

Είναι πολλοί οι εχθροί του Σταυρού. Είναι όλοι εκείνοι, που προσπαθούν:

• Να ενταφιάσουν την πίστι.

• Να συσκοτίσουν την αλήθεια.

• Να θάψουν το δίκαιο.

• Να εξαφανίσουν ηθικά και πνευματικά τον τόπο μας.

• Να σκοτώσουν το πνεύμα και να το θάψουν στον τάφο του υλισμού.

Για όλους αυτούς ο θρήνος. Και για τους άλλους, για τα θ ύ μ α τ ά τους.

Δεν κλαίμε για τη Ζωή, που είναι στον τάφο, αλλά κλαίμε για το θάνατο, που σέρνεται ως ζωή. Κλαίμε:

• Για τις πεθαμένες υπάρξεις.

• Για τις πεθαμένες οικογένειες.

• Για τα πεθαμένα νιάτα.

• Για τις πεθαμένες ελπίδες.

• Για την άνοιξη, που πριν ακόμη ανθίση, γίνεται χειμώνας.

'Αγάπησε το Σώμα
Όχι, λοιπόν, θρήνος για τον Τάφο του Χριστού. Ο Τ ά φ ος αυ­τός είναι Α γ ά π η. Με αγάπη δέχτηκε το Σώμα του Ιησού. Ο Τάφος φανερώνει την αγάπη στο σώμα.

Αγάπησε ο Τάφος το Σώμα Εκείνου.

• Είναι το Σώμα, που ζήτησε ο Ιωσήφ από τον Πιλάτο. Το τίμιο Σώμα, που ζητάμε καί μείς με τη λαχτάρα της θείας Κοινωνίας.

• Είναι το Σώμα, που με ευλάβεια αγκάλιασαν ο Ιωσήφ και ο Νι­κόδημος. Το Σώμα, που με καθαρή σινδόνα οι δύο αυτοί άνδρες πε­ριτύλιξαν. Το Σώμα, που με κ α θ α ρ έ ς ψυχές υποδέχονται οι πιστοί και ενστερνίζονται.

• Είναι το Σώμα, που οι δύο τολμηροί «κρυφοί» μαθητές με προ­σοχή έθεσαν στο κ α ι ν ό μ ν η μ ε ί ο, όπου κανένας άλλος δεν είχε τεθή.

Το Σώμα της θείας Κοινωνίας, που α ν α κ α ι ν ι σ μ έ ν ε ς ψυχές το υποδέχονται. Κανένας άλλος. Η καρδιά μας αποκλειστι­κός χώρος για τον Ιησού Χριστό.

«Πώς; Ποίαις χερσί δε προσψαύσω το σον ακήρατον Σώμα;» (Δοξαστικό αποστίχων Μεγάλης Παρασκευής).

Ο Τάφος δείχνει την αγάπη και στο δ ι κ ό μ α ς σ ώ μ α.

• Δεν πετιέται το σώμα του ανθρώπου, όπως το σώμα του σκύ­λου ή της γάτας. Ε ν τ α φ ι ά ζ ε τ α ι. Δεν καίγεται το ανθρώπινο σώμα.

• Δεν δεχόμαστε, ως πιστοί χριστιανοί, την κ α ύ σ ι των νε­κρών, γιατί αποτελεί βεβήλωσι στο σώμα. Ούτε εν ζωή ούτε μετά θάνατον βεβηλώνεται το σώμα, όπως δε βεβηλώνεται ένας Ναός, είτε λειτουργείται είτε δε λειτουργείται.

• Το σώμα τ ι μ ά τ α ι. Πως αγαπάμε το σπίτι μας; Έτσι α­γαπάμε το σώμα, που είναι κατοικία της ψυχής, ναός του πνεύ­μα­τος, δοχείο του Αγίου Πνεύματος.

• Τιμάται το σώμα, γιατί αυτό το σώμα π ρ ο σ έ λ α β ε ο Θεός Λόγος, ο Χριστός.

• Τιμάται το σώμα, γιατί είναι υποψήφιο για την αναστάσιμη δόξα.

Όσο ζούμε, είμαστε θ α ν α τ ο π ο ι ν ί τ ε ς. Όταν πεθάνουμε, γινόμαστε… α ν α σ τ ό π ο υ λ ο ι ! παιδιά της αναστάσεως.

Ξενοδοχείο, διυλιστήριο, ευεργεσία
Αγάπη ο Τάφος, γιατί αγκάλιασε το Σώμα του Χριστού, όπως και μείς με αγάπη το αγκαλιάζουμε στη θεία Κοινωνία.

Αγάπη ο Τάφος, γιατί τιμά το ανθρώπινο σώμα. Όταν για ό­λους πλέον θα είμαστε ανεπιθύμητοι, ο τάφος θα σπεύσει να μας υποδεχτή, να μας φιλοξενήση και να μας τιμήση. Όχι βεβαίως για να μας κρατήσει για πολύ.

•Ξ ε ν ο δ ο χ ε ί ο είναι ο τάφος. Προσωρινά διαμένουμε στο ξενοδοχείο, απλώς για ν’ αναπαυθούμε σε κάποιο μας ταξίδι. Ξυ­πνάμε, καί αφού πληρώσουμε τα έξοδα, συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας.

Για λίγο φιλοξένησε ο Τάφος το Χριστό. «Τάφω σμικρώ ξενο­δοχείται, Όν, παίδες, ανυμνείτε» (ωδή η’ κανόνος Μεγ. Σαββάτου). Για λίγο. Ξύπνησε ο Κύριος με την Ανάστασί Του.

Το ίδιο και μείς. Απλώς θα φιλοξενηθούμε στον τάφο για λίγο, πληρώνοντας τον κοινό φόρο. Κανένας φ ο ρ ο φ υ γ ά ς από το φόρο του θανάτου. Θα φιλοξενηθούμε, για να ξυπνήσουμε, όταν η καμπάνα της κοινής αναστάσεως θα ηχήση δυνατά.

• Δ ι υ λ ι σ τ ή ρ ι ο ο τάφος. Το νερό της βροχής περνάει από τα σπλάχνα της γης, από τα φυσικά διυλιστήρια, και βγαίνει κα­θαρώτερο. Έτσι και το σώμα. Περνάει από τον τάφο της γης. Θα ξεπηδήση καθαρώτερο, λαμπρότερο, ωραιότερο.

Η ταφή είναι το χημείο, όπου γίνεται η δική μας μεταστοι­χείωσις.

Το φθαρτό, με την ανάστασι, γίνεται άφθαρτο.

Το θνητό γίνεται αθάνατο.

«Τη ταφή Σου ζωής μου τας εισόδους διανοίξαντα καί θανάτω θάνατον καί άδην τε θανατώσαντα» (α΄ωδή κανόν. Μεγ. Σαββάτου)

«Το φθαρτόν δε σου εις αφθαρσίαν μετεστοιχείωσας» (στ’ ωδή)

•Αγαπητός ο τάφος, αφού είναι ε υ ε ρ γ έ τ η ς ο θάνατος. Για να μην υπήρχε θάνατος, ένα από τα δύο έπρεπε να συμβαίνη: Ή να ζούσε ο άνθρωπος για πάντα στον παράδεισο της Εδέμ, ή να ζούσε για πάντα το κακό.

Ο θάνατος μπήκε ως αναγκαία διαδικασία στην πορεία της ζω­ής μας, για να μην είναι το κακό αθάνατο.

Ο θάνατος είναι το τέλος των δεινών, η αρχή της αληθινής χα­ράς.

Ο θάνατος του Χριστού συνέβη, για να μη γίνη το κακό, το με­γαλύτερο κακό. Για να μη γίνη ο θ ά ν α τ ο ς, α θ ά ν α τ ο ς.

Η αγάπη του γιατρού φαίνεται στην προσπάθειά του να ζήση ο άνθρωπος. Η αγάπη του Χριστού φάνηκε απείρως σημαντικώτερη.

• Ο Σ τ α υ ρ ό ς Του είναι ο θάνατος του θανάτου.

• Οι Π λ η γ έ ς Του, οι πηγές της χαράς μας.

• Ο Τ ά φ ο ς Του, η πηγή της αθανασίας μας.

•Η Α ν ά σ τ α σ ί ς Του, ο πρόδρομος της δικής μας ανα­στάσεως.


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/

“Γιατί φεύγει ο νους μου στην προσευχή;” Αγαπώ την προσευχή. Γνωρίζω ότι είναι μεγάλη δυνατότητα να μπορεί να στέκεται ο άνθρωπος ενώπιον του Θεού, να αναφέρει τα  προβλήματά του και να ζητεί βοήθεια· ότι είναι μέγιστη τιμή να μπορεί να συνομιλεί με τον άπειρο και παντοδύναμο Θεό ο μικρός και αδύναμος άνθρωπος· ότι είναι πολύ μεγάλο και αποτελεσματικό όπλο στον αγώνα μας, που χαρίζει παρηγοριά, ελπίδα και ανάπαυση στην κουρασμένη ψυχή μας η προσευχή. Για όλους αυτούς τους λόγους μου αρέσει η προσευχή, θέλω να προσεύχομαι· και να προσεύχομαι σωστά, με καθαρή την ψυχή μου, με πίστη στην καρδιά, με συγκεντρωμένο το νου.

Δυστυχώς όμως τόσο συχνά διαπιστώνω ότι δεν τα καταφέρνω. Δεν μπορώ να συγκεντρώσω το νου, έστω και για λίγη ώρα, στην προσευχή. Κάνω το σταυρό μου και ξεκινώ. Λέω λίγα λόγια και χαίρομαι γι’ αυτό. Άρχισε η συνομιλία μου με τον Θεό. Τι όμορφα που είναι! Πόση χαρά νιώθω, όταν σκέπτομαι ότι μ’ ακούει ο Θεός, ο πανάγαθος Πατέρας, που όλα τα γνωρίζει, όλα τα μπορεί και μόνο το καλό μου θέλει! Σύντομα όμως φεύγει ο νους! Μόλις το καταλάβω, τον συμμαζεύω στην προσευχή. Όμως ξανά σε  λίγο διαπιστώνω ότι βρίσκομαι αλλού και αρχίζω πάλι να προσπαθώ να συγκεντρωθώ στα  λόγια της προσευχής και να μιλήσω στον άγιο Θεό. Δεν περνά λίγη ώρα και κάτι απ’ όσα με απασχολούν έρχεται και πάλι να κερδίσει το νου. Το συνειδητοποιώ σύντομα και διερωτώμαι με λύπη: Τι προσευχή είναι αυτή;

Αχ, αυτός ο νους! Ταχύτατος, ασυγκράτητος! Καλπάζει, φεύγει, μετατίθεται από το ένα στο άλλο, από τη γη στον ουρανό, από την Αμερική στην Αυστραλία, από τον ήλιο μας μέχρι την άκρη του σύμπαντος, από το παρόν στο μέλλον, και με την ίση ευκολία στο παρελθόν, στα  χρόνια του Χριστού, και από εκεί ακόμη πιο πίσω, μέχρι την αρχή της δημιουργίας. Και όλα αυτά  περνούν μπροστά  μου πολύ γρήγορα και μετακινούμαι από το ένα στο άλλο σε  μια μόνο στιγμή. Όσο ν’ ανοιγοκλείσω τα μάτια μου καλύπτω τεράστιες αποστάσεις στο χώρο και στο χρόνο, στα παλιά και στα σύγχρονα, στα πλησιέστερα και στα πιο μακρινά. Με το νου. Το ταχύτερο μέσο μεταφοράς! Πώς να τον συμμαζέψεις, να τον συγκρατήσεις; Πώς να δαμάσεις τον ατίθασο νου;

Και το χειρότερο είναι ότι δεν κινείται μόνο ταχύτατα ο νους. Κινείται και επικίνδυνα, πάει και εκεί που δεν πρέπει, εκεί που κινδυνεύει η καθαρότητά του, εκεί όπου είναι η αμαρτία! Και αυτό μπορεί να το κάνει και στις πιο ιερές ώρες, και στον πιο άγιο τόπο. Να βρίσκεσαι στην ιερότατη ώρα της θείας Λειτουργίας, μέσα στον άγιο τόπο του ναού, και να σκέφτεσαι αυτά που δεν πρέπει! Να πνίγεται ο νους από σκέψεις μνησικακίας, εκδικητικότητος, κενοδοξίας, φιλοπρωτίας, σαρκικότητος και κάθε άλλης βρωμερής αμαρτίας! Είναι, όπως λένε οι άγιοι Πατέρες, «ταχυπετές όρνεον καί αναιδέστατον», κινείται γρήγορα και πηγαίνει αναιδώς και εκεί που δεν είναι επιτρεπτό. Είναι ένα βρώμικο χασαπόσκυλο, «φιλομάκελλος κύων καί φιλόβρωμος».

Έχει ο νους μας την τάση να κινείται στα χαμηλά, σ’ αυτά που δεν μας ταιριάζουν, στα αμαρτωλά.«Έγκειται η διάνοια του ανθρώπου επιμελώς επί τα πονηρά εκ νεότητος αυτού», λέγει ο Θεός (Γεν. η’ 21). «Έγκειται», στρέφεται η διάνοια του ανθρώπου «επί τα πονηρά», μάλιστα «επιμελώς», και επιπλέον «εκ νεότητος αυτού». Με την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία διεστράφη το εσωτερικό του. Γι’ αυτό και χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια πηγαίνει ο νους μας στα αμαρτωλά, ενώ με πολύ κόπο μπορεί κανείς να τον οδηγήσει στα ανώτερα και πνευματικά. Κάτι χάλασε μέσα μας και αναπτύχθηκε στην ψυχή μας η ροπή προς το κακό. Αυτή η ροπή είναι που επηρεάζει συχνά και σκοτίζει το νου. Γι’ αυτό και δεν αντέχει ο νους πολύ στην προσευχή και φεύγει.

Υπάρχει όμως και κάποια άλλη αιτία αυτού του κακού. Είναι ο πονηρός δαίμων, ο διάβολος. Αυτός είναι τελείως σκοτισμένο πνεύμα, ανεπανόρθωτα διεστραμμένος, σκέπτεται μόνο το κακό, δεν μπορεί να σκεφθεί το αγαθό. Και η κακία του τον ωθεί να πολεμεί τον άνθρωπο για να τον παρασύρει στο κακό. Γι’ αυτό και πολλές φορές οι σκέψεις οι αμαρτωλές και η διάσπαση του νου στην προσευχή έρχεται ως αποτέλεσμα δικών του επιθέσεων. «Ἐχθρού προσβολαίς του δυσμενούς» μετακινείται ο νους από το αγαθό κι πέφτει σε  ποικίλους λογισμούς που το μολύνουν, που τον αποσπούν από τη προσευχή και δεν τον αφήνουν ν’ ανεβεί ελεύθερος στον Θεό. Μάλιστα μπορεί κάποτε ο διάβολος να φέρει και καλές σκέψεις την ώρα της προσευχής, προκειμένου να μας αποσπάσει την προσοχή. Γιατί η προσευχή τον καίει και δεν αντέχει τη δύναμή της. Προκειμένου λοιπόν να σταματήσει η προσευχή, μπορεί να χρησιμοποιήσει και καλούς λογισμούς. Κα αφού μ’ αυτό τον τρόπο πάρει τον νου από την προσευχή, στη συνέχεια θα επιχειρήσει και με κατά μέτωπον επίθεση με πονηρούς λογισμούς, να κάνει τη ζημιά.

Πώς λοιπόν θα αντιμετωπισθεί η κατάσταση αυτή της αδύναμης ψυχής μας; Πώς πρέπει να ενεργήσουμε ώστε να ανεβάσουμε την ποιότητα της προσευχής, ώστε η συνομιλία μας με τον Θεό να γίνεται χωρίς παρεμβολές, να μην καταντά μία ψυχρή, ράθυμη και τυπική εκπλήρωση ενός βασικού θρησκευτικού καθήκοντος; Πώς η προσευχή μας θα γίνεται «μετ’ εκτενείας, μετά οδυνωμένης ψυχής, μετά συντεταμένης διανοίας», δηλαδή με επίμονη και εκτενή προσπάθεια, με ψυχή που πονάει, με τη διάνοια σταθερή και με έντονο αγώνα προσηλωμένη; «Αύτη εστίν η πρός τόν ουρανόν αναβαίνουσα»προσευχή, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.


Πηγή: http://www.diakonima.gr/


π.Αντώνιος Καλλιγέρης:«Yπάρχει ζωή πριν από το θάνατο»; Δεν είναι λίγοι εκείνοι που συχνά υποστηρίζουν ότι οι νέοι μας δεν έχουν αναζητήσεις. Οι ίδιοι όμως φροντίζουν να μας διαψεύδουν γράφοντας στους τοίχους των πόλεων μας τις βαθύτερες αναζητήσεις τους σε συνθήματα σε μια προσπάθεια να δημιουργήσουν ρωγμές φωτός στην σκοτεινή ευμάρεια των κοινωνιών μας.
Ο τίτλος του κειμένου προέρχεται από ένα σύνθημα γραμμένο σε τοίχο των Εξαρχείων. Συνήθως το εναγώνιο ερώτημα είναι εάν υπάρχει ζωή μετά το θάνατο. Η διατύπωση του ερωτήματος, που είναι νεανική κραυγή, σε ένα κόσμο που βυθίζεται στην αυτάρκεια και στην επιδίωξη της ευτυχίας επαναφέρει τη συνηθέστερη των αποριών ανάμεσα στους χριστιανούς στην Ορθόδοξη θεολογική βάση του με μια άλλη όψη που ναι μεν είναι διαφορετική από αυτές που έχουμε συνηθίσει αλλά βαθειά ορθόδοξη. Είναι ένα ερώτημα εξαιρετικά επίκαιρο που το συναντάμε με πολλούς τρόπους στην Υμνολογία του Τριωδίου που υπομνηματίζει ποιητικά τη διδασκαλία της Εκκλησίας για την πραγματική ζωή του ανθρώπου.

1. Η ζωή που ισοδυναμεί με θάνατο

Εάν δούμε τα πράγματα μέσα από τη ρωγμή που ανοίγει στη ματιά μας το σύνθημα του νέου θα διαπιστώσουμε ότι ο θάνατος δε συνάπτεται με τη ζωή αλλά με το νόημα που δίνουμε εμείς σε αυτή. « Όσο υπάρχει ζωή δεν υπάρχει θάνατος. Και τούτο επειδή ο θάνατος τίθεται στο τέλος. Αυτό συμβαίνει όταν ο θάνατος είναι το τέλος της ζωής. Όταν όμως με το έρεβός του περιγράφει τα όρια της τότε ταυτίζεται με τη ζωή. Γι’αυτό και η έλευσή του δεν έχει νόημα, αφού νόημα έχει μόνο η συμπαρουσία του με τη ζωή.»
[1] Το σύνθημα όμως καταγγέλει ότι ο συγγραφέας του δε ζει, δε βλέπει πουθενά γύρω του τη ζωή ή ότι η ζωή ταυτίζεται με θάνατο. Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή μάλλον διαβιούμε παρά ζούμε. Η προοπτική μας είναι ο κόσμος που έχει τέλος. Αρκούμαστε στην ευμάρεια. Στη δημιουργία ενός πολιτισμού της « πέτρινης τροφής»[2]
, όπως ονομάζει τα υλικά αγαθά ο Αγ.Γρηγόριος Νύσσης από τα οποία ο άνθρωπος εξαρτά την τροφή του, χωρίς όμως αυτή να «χορταίνει» τις αναζητήσεις του. Αρκούμαστε ,όπως φαίνεται, σε μια θνήσκουσα ευτυχία η οποία για να υπάρξει πρέπει όλα να είναι υπό το έλεγχό μας. Ορίζουμε ως «ζωή» την εικόνα που δίνει για τα πράγματα η τηλεόραση και οι διαφημίσεις της. Την κρούστα τον πλαστικών χαμόγελων, τη εξωτερική λάμψη που όλα τα συμφιλιώνει στο βωμό της κυρίαρχης ιδεολογίας των καιρών μας: «Να περνάμε καλά και εύκολα». Όσο εξαρτόμαστε από την κυριαρχία της δύναμης τόσο φοβόμαστε την απουσία της, την απώλεια του ελέγχου. Για αυτό και φτιάχνουμε και αντίστοιχη «θρησκεία» η οποία εξευμενίζει τις «δυνάμεις» εκείνες που απειλούν την τακτοποίηση που έχουμε επιβάλλει με μια εύκολη θρησκευτικότητα στα όρια της μαγείας, για να μας βοηθάει στις «δυσκολίες μας». Αυτό το ιδεολόγημα πολύ συχνά το ονομάζουμε Χριστιανισμό και πότε –πότε Ορθοδοξία!
Αυτή τη ζωή ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής την ονομάζει «σκια θανάτου».

2. Η θρησκεία της «καθημερινής ζωής»

Εάν προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε τα αίτια που οδήγησαν στη γραφή του συνθήματος, θα διαπιστώσουμε ότι ένα από αυτά είναι ο «χριστιανισμός» των «σύγχρονων» χριστιανών.
Η θρησκεία αυτή φοβάται το θάνατο και κάνει ότι είναι δυνατό να τον εξαφανίσει από το προσκήνιο της καθημερινότητας. Φοβάται επίσης την ασθένεια και λατρεύει την υγεία. Αποτελεί και αυτή μια «θεραπεία», μια «βοήθεια» για τα αδιέξοδα των ανθρώπων. Είναι μια οδός συμβιβασμού των «απαιτήσεων ή των αναγκών» τους με τη δίψα για κάτι που είναι πέρα από τα όρια που διαγράφει ο ορίζοντάς μας. Είναι μια προσπάθεια μεταφυσικών«εξηγήσεων» των πολλών «γιατί» που θέτει ο ορθολογισμός των καιρών μας.
Για το λόγο αυτό πολλοί πηγαίνουν στην Εκκλησία όταν είναι έρημη από ανθρώπους για να προσευχηθούν, εξομολογούνται για να «εξιλεωθούν» ή να «αναπαυθούν», συγχέουν τη μετάνοια με τη μεταμέλεια, «κοινωνούν» για το καλό, τελούν «θρησκευτικό» γάμο χωρίς να πιστεύουν στο μυστήριο της αγάπης, «βαπτίζουν» ακολουθώντας τις παραδόσεις, τελούν το ευχέλαιο «για την υγειά τους», «κηδεύουν» τους συγγενείς τους εξοργισμένοι για το κακό που τους έκανε ο Θεός!
Η ζωή αυτή γιατί να μη σημαίνει θάνατο; Η θρησκεία αυτή γιατί να μην προκαλεί απέχθεια;

3. «Για μένα ζωή σημαίνει Χριστός και θάνατος σημαίνει κέρδος»
[3]

Η φράση του Απ.Παύλου δείχνει και την αλήθεια που περιγράφεται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης ενώ αποκαλύπτει την μεγάλη απόσταση που χωρίζει τη θρησκεία από την Εκκλησία η οποία είναι Σώμα Χριστού.
Ο Χριστός με το θάνατό Του αποκαλύπτεται ως Ζωή και ο θάνατος ως εχθρός του ανθρώπου που πρέπει να νικηθεί και όχι να συμφιλιωθούμε μαζί του. Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη διαβάζουμε: « Αυτός ήταν η ζωή, και ήταν η ζωή αυτή το φως για τους ανθρώπους»
[4]
Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο μας όταν η ζωή μας συνάπτεται με το Χριστό, το Σώμα και το Αίμα Του. Όταν «είμαστε πεθαμένοι για την αμαρτία»
[5] Ο Απ.Παύλος τονίζει « Ή μήπως λησμονείτε πως το βάπτισμα στο όνομα του Χριστού σημαίνει συμμετοχή στο θάνατό Του; …Ο παλιός αμαρτωλός εαυτός μας πέθανε στο Σταυρό μαζί με το Χριστό…Έτσι να σκέφτεστε για τον εαυτό σας: Έχετε πεθάνει για την αμαρτία, κι η ζωή σας είναι πια κοντά στο Θεό χάρη στην ένωσή σας με τον Ιησού Χριστό τον Κύριό μας».[6]
Ζούμε όταν πραγματοποιούμε αυτό που γράφει ο Αγ.Ιωάννης ο Χρυσόστομος στη Θ.Λειτουργία: «πάσα τη βιοτική αποθώμεθα μέριμνα» . Όταν ο καθένας από εμάς είμαστε μια «ζώσα εικόνα του ζώντος Θεού».
Η ζωή στην Εκκλησία είναι η κοινή πορεία όλων όσων η ζωή τους συνδέεται άρρηκτα με την Ανάσταση του Χριστού. Με αυτή την έννοια έχει δίκιο ο Ντεριντά όταν ισχυρίζεται ότι «Το να ζεις, εξ ορισμού, δεν μαθαίνεται. Ούτε από τον ίδιο τον εαυτό σου, ούτε από τη ζωή μέσω της ζωής. Μονάχα από τον άλλον και μέσω του θανάτου» παρά το γεγονός ότι δεν ξέφυγε από την ιουδαϊκότητα που χαρακτήριζε την σκέψη του.
[7]

[1] Χρ. Μαλεβίτση: « Μελέτη θανάτου» στον τόμο Η ζωή και το Πνεύμα. Δοκίμια για την έσχατη μέριμνα του ανθρώπου. Εκδ.Παρουσία, Αθήνα 1997, σελ 91
[2] Λόγοι είς τους Μακαρισμούς
[3] Φιλ 1.21
[4] Ιωαν 1.4
[5] Ρωμ 6.2
[6] Ρωμ 6.3-11
[7]
Ζ.Ντεριντά Μαθαίνοντας να ζεις εν τέλει, εκδ. Άγρα σελ17


Πηγή: http://synodoiporia.blogspot.gr/

Site Created by Pixel Orange